Η βιώσιμη ανάπτυξη χρειάζεται επενδύσεις και οι επενδύσεις χρειάζονται κεφάλαια. Η ενίσχυση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς, η προστασία των επενδυτών, η διαφάνεια και η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμα εργαλεία για τη χρηματοδότηση της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.
Τον κρίσιμο ρόλο της κεφαλαιαγοράς στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ανέδειξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο «Επετειακό Συμπόσιο 2026» της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με θέμα «Η Ιστορία μας – Η Στρατηγική μας – Οι Νέοι Ορίζοντές μας».
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε μία έννοια καθοριστική τόσο για τις αγορές όσο και για τη βιώσιμη ανάπτυξη: η εμπιστοσύνη.
Όπως επισήμανε, ο ρόλος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν περιορίζεται στον έλεγχο της αγοράς, αλλά αφορά την προστασία της εμπιστοσύνης. Μια σοβαρή κεφαλαιαγορά διοχετεύει τις αποταμιεύσεις σε πραγματικές επενδύσεις, προστατεύει τον μικρό επενδυτή, ενισχύει τη διαφάνεια και συνδέει την ελληνική οικονομία με τις διεθνείς αγορές.
Από την αποταμίευση στην πραγματική οικονομία
Η σύνδεση με τη βιώσιμη ανάπτυξη βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητα μετατροπής των διαθέσιμων αποταμιεύσεων σε παραγωγικό κεφάλαιο.
Οι επιχειρήσεις που θέλουν να επενδύσουν σε καθαρή ενέργεια, ενεργειακή αποδοτικότητα, νέες τεχνολογίες, ψηφιακές υποδομές και καινοτόμα προϊόντα χρειάζονται χρηματοδότηση.
Η κεφαλαιαγορά μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική πηγή κεφαλαίων πέρα από τον παραδοσιακό τραπεζικό δανεισμό, διευρύνοντας τις δυνατότητες χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο υπουργός, την περίοδο 2019-2026 αντλήθηκαν 25,3 δισ. ευρώ μέσω 94 ενημερωτικών δελτίων, ενώ το ενεργητικό των αμοιβαίων κεφαλαίων αυξήθηκε από 6,1 δισ. ευρώ το 2019 σε 25,6 δισ. ευρώ.
60 δισ. ευρώ επενδύσεις έως το 2030
Η πρόκληση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία με βάση τον επενδυτικό στόχο της χώρας για το 2030.
Στην ομιλία του ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε ότι στόχος είναι οι επενδύσεις να προσεγγίσουν το 20% του ΑΕΠ το 2030, από 11% το 2019, και σε ονομαστικούς όρους να ξεπεράσουν τα 60 δισ. ευρώ, έναντι 46 δισ. ευρώ σήμερα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου χαρακτήρισε την κεφαλαιαγορά «υπαρξιακό» μέσο.
Το ζήτημα, ωστόσο, για ένα βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο δεν είναι μόνο πόσα κεφάλαια θα επενδυθούν, αλλά και πού θα κατευθυνθούν.
Επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα, την ενεργειακή μετάβαση, την καινοτομία και τις σύγχρονες υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμη οικονομική και κοινωνική αξία.
Τα ευρωπαϊκά κεφάλαια στην υπηρεσία της πράσινης μετάβασης
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ευρωπαϊκή διάσταση.
Ο υπουργός αναφέρθηκε στην ανάγκη προώθησης της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, επισημαίνοντας ότι η ευρωπαϊκή αποταμίευση παραμένει κατακερματισμένη σε εθνικό επίπεδο, περιορίζοντας τη ρευστότητα και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της καινοτομίας.
Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, στόχος είναι τα ευρωπαϊκά κεφάλαια να διοχετεύονται σε επιχειρήσεις, στην καινοτομία και, ρητά, στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Τα αναξιοποίητα κεφάλαια στην Ευρώπη, όπως ανέφερε, ξεπερνούν τα 10 τρισ. ευρώ.
Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της βιώσιμης χρηματοδότησης: η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλότερων εκπομπών και υψηλότερης τεχνολογικής έντασης απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, οι οποίες δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν αποκλειστικά από το κράτος.
Η βιώσιμη χρηματοδότηση χρειάζεται διαφάνεια
Η κινητοποίηση περισσότερων κεφαλαίων δεν αρκεί από μόνη της.
Απαιτούνται ισχυρή εποπτεία, αξιόπιστη πληροφόρηση και λογοδοσία των επιχειρήσεων. Όπως υπογράμμισε ο υπουργός, η άντληση κεφαλαίων από το Χρηματιστήριο συνεπάγεται δέσμευση διαφάνειας και αποδοχή του ελέγχου.
Η αρχή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και για τη βιώσιμη χρηματοδότηση. Οι επενδυτές χρειάζονται αξιόπιστες πληροφορίες για να γνωρίζουν πού κατευθύνονται τα χρήματά τους και ποιο πραγματικό οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό αποτέλεσμα δημιουργεί μια επένδυση.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς
Στην ομιλία έγινε ιδιαίτερη αναφορά και στην ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο δίκτυο της Euronext.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η εξέλιξη αυτή μπορεί να προσφέρει στις ελληνικές επιχειρήσεις μεγαλύτερη πρόσβαση σε ρευστότητα και επενδυτές και να αυξήσει τη διεθνή ορατότητα των εισηγμένων εταιρειών, εντάσσοντας την ελληνική αγορά σε ένα δίκτυο άνω των 1.800 εισηγμένων επιχειρήσεων.
Η βαθύτερη διασύνδεση με τις ευρωπαϊκές αγορές μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για ελληνικές επιχειρήσεις που αναζητούν κεφάλαια προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τον πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό τους.
Βιώσιμη ανάπτυξη σημαίνει και ισχυρούς θεσμούς
Υπάρχει, τέλος, μία ακόμη διάσταση που συχνά υποτιμάται: η θεσμική βιωσιμότητα.
Χωρίς κανόνες, διαφάνεια, συνέχεια και αποτελεσματική εποπτεία δεν μπορεί να οικοδομηθεί μακροπρόθεσμη επενδυτική εμπιστοσύνη. Η ανάπτυξη δεν εξαρτάται μόνο από τα διαθέσιμα κεφάλαια αλλά και από το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτά επενδύονται.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι μια κεφαλαιαγορά που δεν λειτουργεί ως αυτοσκοπός αλλά ως υποδομή ανάπτυξης, διοχετεύοντας αποταμιεύσεις προς παραγωγικές επενδύσεις και δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα ισχυρό πλαίσιο προστασίας για τον μικρό επενδυτή.
Η μετάβαση σε ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο θα απαιτήσει τεράστιους οικονομικούς πόρους τα επόμενα χρόνια. Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα και την Ευρώπη είναι αυτοί οι πόροι να κινητοποιηθούν και να κατευθυνθούν εκεί όπου μπορούν να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμη αξία: στην πραγματική οικονομία, στην καινοτομία, στις σύγχρονες υποδομές και στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται ιδιαίτερα με τον Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης 8 για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, τον Στόχο 9 για βιομηχανία, καινοτομία και υποδομές, τον Στόχο 13 για τη δράση για το κλίμα και τον Στόχο 16 για ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς.

