Thursday, 29 September 2022
Back You are here: Αρχική

Η ενεργειακή μετάβαση: Το φυσικό αέριο, η πολιτική αστοχία της Ευρώπης και ένας δύσκολος χειμώνας

 

Η Ευρώπη και η ενεργειακή της πολιτική

Η Ευρώπη αποφάσισε το 2018 να προχωρήσει στην Ενεργειακή Μετάβαση, δηλαδή στην γρήγορη μείωση της χρήσης άνθρακας και πετρελαίου με υποκατάστασή τους από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) χρησιμοποιώντας ως ενδιάμεσο φορέα ενέργειας το φυσικό αέριο. Η επιλογή αυτή ήταν, και παραμένει, πλήρως εναρμονισμένη με την ανάγκη άμεσης δράσης για την μεσοπρόθεσμη σταθεροποίηση των εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων και την ανάσχεση, όχι την αποφυγή, της κλιματικής κρίσης.

Ωστόσο, από το 2018 υπήρξαν δραματικές αλλαγές: Καταρχάς, η παγκόσμια οικονομία γνώρισε την στασιμότητα το 2019-2020 λόγω της πανδημίας και τώρα ανακάμπτει με δυναμικό ρυθμό οπότε αυξάνεται η ζήτηση, κυρίως για φυσικό αέριο. Παράλληλα, η ίδια η πανδημία οδήγησε σε μία μείωση της παραγωγής βασικών πόρων, από τον άνθρακα και τις σπάνιες γαίες ως τα προϊόντα μεταλλουργίας, αλλά και σε μία καθυστέρηση στις επενδύσεις στο χώρο των ΑΠΕ. Ως αποτέλεσμα αυτών οι αγορές,  που λειτουργούν με βάση τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης, είναι σήμερα υπό την δυσμενή επιρροή μίας ταυτόχρονα μειωμένης προσφοράς και μίας αυξημένης ζήτησης ενέργειας.

Κατά δεύτερον φάνηκε η έλλειψη μίας στοχευμένης πολιτικής για την μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης. Την τελευταία δεκαετία κυριάρχησε ένας εφησυχασμός ότι βασικοί προμηθευτές φυσικού αερίου, όπως η Ρωσία, θα είναι πάντα αυτό που στην οικονομική των επιχειρήσεων αποκαλείται «καλοκάγαθοι μονοπωλιστές», ότι δηλαδή δεν θα κάνουν κατάχρηση της προνομιακής τους θέσης. Η αστοχία αυτή μπορεί να οφείλεται σε επιμέρους πολιτικές κάποιων κρατών, όπως η Γερμανία που επιδίωξε να διασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα μέσω του NordStream 2, ή και στην σχεδόν αφελή αντίληψη που ενίοτε διέπει την εξωτερική πολιτική των Βρυξελλών, ή την απουσία αυτής, (βλέπε και προσφυγικό, τουρκικός αναθεωρητισμός κλπ.). Πιθανότατα οφείλεται και στα δύο. Το γεγονός είναι ότι δεν υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, παρά μόνο ως προς τους φιλόδοξους, μεσομακροπρόθεσμους στόχους.

Εν συνεχεία, και ως απόρροια της πολιτικής της ενεργειακής μετάβασης, οι τιμές του φόρου άνθρακα στα διεθνή χρηματιστήρια απογειώθηκαν, από 8 €/τόνο το 2016 σε πάνω από 55 τον Σεπτέμβριο του 2021.

Τέλος, το 2021 ήταν ως τώρα μια χρονιά με χαμηλούς ανέμους και μέτρια ηλιοφάνεια (ειδικά στην βόρεια και δυτική Ευρώπη), οπότε η συνεισφορά των ΑΠΕ ήταν μειωμένη.

Ο συνδυασμός όλων αυτών οδηγεί αναπόφευκτα σε μία ενεργειακή κρίση, η οποία για την ώρα είναι κρίση τιμών, και όχι επάρκειας, αλλά αν συνεχιστεί μπορεί να οδηγήσει και σε πρόβλημα επάρκειας ενέργειας.

Τι σημαίνουν αυτά για την Ελλάδα;

Η Ελλάδα αποφάσισε να προχωρήσει σε μία πολύ γρήγορη απολιγνιτοποίηση, με στόχο το 2028. Η πολιτική αυτή δεν είναι εσφαλμένη, καθώς τόσο για περιβαλλοντικούς όσο και για οικονομικούς λόγους το κόστος της λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής είναι πλέον δυσβάστακτο. Ωστόσο, μεταβατικά, οδηγεί αναπόφευκτα σε αυξημένη εξάρτηση από το φυσικό αέριο, το κόστος του οποίου αυτήν την περίοδο είναι υψηλό, με αποτέλεσμα το κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας να έχει αυξηθεί δραματικά. 

Βραχυπρόθεσμα δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές λύσεις, παρά το ό,τι η αύξηση του κόστους της ενέργειας επηρεάζει όλους τους τομείς της παραγωγικής οικονομίας, από την μεταποίηση ως τις μεταφορές. Τυχόν επιστροφή στην λιγνιτική ηλεκτροπαραγωγή θα έχει επίσης αυξημένο κόστος, λόγω του φόρου άνθρακα, ενώ θα λειτουργήσει και ανασταλτικά για την πρόοδο των ΑΠΕ. Ο περιορισμός της κατανάλωσης ενέργειας δεν είναι λύση, παρά για εξαιρετικά σύντομα διαστήματα κρίσεων. Και η χορήγηση επιδομάτων θέρμανσης ή η μείωση των φόρων στο φυσικό αέριο και το πετρέλαιο έχει δημοσιονομικά όρια, τα οποία είναι δυστυχώς στενά. 

Μεσοπρόθεσμα η μόνη λύση είναι η επιτάχυνση της χρήσης των ΑΠΕ, σε συνδυασμό και με μεγάλης κλίμακας χρήση τεχνολογιών αποθήκευσης της ενέργειας, ώστε να αμβλυνθεί το πρόβλημα της όχι πάντα διαθέσιμης ηλιακής και αιολικής ενέργειας

Αυτό, όμως, που είναι ακόμη πιο σημαντικό, είναι ο εξορθολογισμός της κατανάλωσης, με την εξοικονόμηση και την πιο αποδοτική χρήση της ενέργειας. Απαιτούνται παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης σε όλους τους τομείς (βιομηχανία, μεταποίηση, τριτογενής τομέας, κατοικίες, μεταφορές) καθώς και στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής. Στην κατεύθυνση αυτή αναμένονται σημαντικές δράσεις τα επόμενα χρόνια, οι οποίες δυστυχώς και αυτές θέλουν χρόνο για να υλοποιηθούν και να αποδώσουν. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει περιθώριο για άλλη μία χαμένη δεκαετία ως προς την εξοικονόμηση ενέργειας.

Μεταξύ των ειδικών υπάρχει σύμπτωση απόψεων για το ό,τι το κόστος της ενέργειας στα επόμενα χρόνια θα είναι αυξημένο, σε σχέση με τη δεκαετία 2010-2020, τόσο για περιβαλλοντικούς όσο και για οικονομικούς λόγους. Ζητούμενο είναι η αύξηση αυτή να είναι σταδιακή και ήπια, ώστε να μπορέσουν οι οικονομίες, αλλά και οι κοινωνίες, των ευρωπαϊκών κρατών να προσαρμοστούν με τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις στην νέα αυτή πραγματικότητα.

Η εμπειρία των τελευταίων 40 ετών δείχνει πως οι πολύ απότομες αυξήσεις, όπως άλλωστε και οι μειώσεις, στις τιμές της ενέργειας είναι κατά κανόνα βραχύβιες και οι αγορές τείνουν να ισορροπούν. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να υπάρξουν συντονισμένες πολιτικές στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, άρα επιστρέφουμε ξανά στις Βρυξέλλες. Το αν μπορεί κανείς να προσδοκά μία τέτοια αποτελεσματική και, κυρίως, γρήγορη δράση μένει να φανεί.

*O Άγις Μ. Παπαδόπουλος είναι Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ

 

Βιωσιμη Αναπτυξη - Εντυπη Εκδοση

Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (EISD) εκδίδει το περιοδικό "Βιώσιμη Ανάπτυξηπου έχει
σαν στόχο την ενημέρωση κάθε ενδιαφερόμενου για θέματα που προάγουν τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, με σκοπό την
πληροφόρηση και ευαισθητοποίηση σε θέματα ευημερίας του ανθρώπου, καταπολέμησης της φτώχειας,
προστασίας του περιβάλλοντος και ορθολογικής χρήσης των φυσικών πόρων.
 

  Κάντε Κλικ για να διαβάσετε το 13ο Τεύχος     

 

..

Social Network