Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών επιχειρεί να αναπροσδιορίσει την ενεργειακή της πολιτική, με τον υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ να τονίζει τον ρόλο του φυσικού αερίου ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης και εργαλείου για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Ο ίδιος υποβάθμισε τους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, υποστηρίζοντας ότι οι συνέπειές της είναι «διαχειρίσιμες» και φτάνοντας να υποστηρίξει πως ένα θερμότερο και υγρότερο κλίμα θα μπορούσε να ενισχύσει την αγροτική παραγωγή.
Παράλληλα, επικαλέστηκε την τεχνολογική πρόοδο και τη συμβολή της πετρελαϊκής βιομηχανίας στη μείωση θανάτων από ακραία καιρικά φαινόμενα, επιχειρώντας να αναδείξει τα ορυκτά καύσιμα ως μέρος της λύσης. Ωστόσο, η συγκεκριμένη θέση συγκρούεται με το ευρύ επιστημονικό consensus και τις εκθέσεις διεθνών οργανισμών, που επισημαίνουν ότι η καθυστέρηση στη μείωση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα θα επιδεινώσει τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Η στροφή των ΗΠΑ στην εξαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς την Ευρώπη αποσκοπεί στην κάλυψη του κενού που άφησε η ρωσική ενέργεια, ενισχύοντας παράλληλα τους διατλαντικούς δεσμούς. Για τις Βρυξέλλες, αυτή η συνεργασία ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά εγείρει το κρίσιμο ερώτημα: μήπως η ήπειρος απλώς μεταβαίνει από τη μία μορφή εξάρτησης σε μια άλλη;
Η αμερικανική «ρεαλιστική πολιτική», που στηρίζει τα ορυκτά καύσιμα ως εργαλείο αποανθρακοποίησης, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως τα υπεράκτια αιολικά, καθυστερούν. Η επιλογή αυτή ενδέχεται να επηρεάσει την πορεία της πράσινης μετάβασης στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και να οξύνει τις διατλαντικές διαφορές ως προς την κλιματική στρατηγική.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο την ενεργειακή ασφάλεια. Αγγίζει τον πυρήνα της βιώσιμης ανάπτυξης: το κατά πόσο οι μεγάλες δυνάμεις είναι πρόθυμες να επενδύσουν σε ένα μοντέλο που συνδυάζει οικονομική ευημερία, κοινωνική σταθερότητα και περιβαλλοντική προστασία. Με την COP30 στη Βραζιλία να πλησιάζει, το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν ο κόσμος θα προχωρήσει με συνέπεια σε μια πράσινη μετάβαση ή αν θα εγκλωβιστεί ξανά σε βραχυπρόθεσμες στρατηγικές που υπονομεύουν το μέλλον.

