Η πορεία της κλιματικής πολιτικής στον Καναδάς βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης κριτικής, καθώς έναν χρόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Μαρκ Κάρνεϊ, οι αρχικές προσδοκίες για επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης φαίνεται να μην έχουν επιβεβαιωθεί.
Ο Μαρκ Κάρνεϊ θεωρείται μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες διεθνώς στον χώρο της βιώσιμης χρηματοδότησης, έχοντας διατελέσει διοικητής της Τράπεζα της Αγγλίας και της Κεντρική Τράπεζα του Καναδά. Η παρέμβασή του το 2015 για την «τραγωδία του ορίζοντα» συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη των κλιματικών κινδύνων ως συστημικού ζητήματος για τις αγορές, δημιουργώντας υψηλές προσδοκίες για τη μετέπειτα πολιτική του πορεία.
Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, η κυβέρνηση φαίνεται να έχει αναθεωρήσει ή καθυστερήσει βασικές περιβαλλοντικές πολιτικές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αποδυνάμωση του φόρου άνθρακα και η απουσία σαφούς πλαισίου για τον περιορισμό των εκπομπών στον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την επίτευξη των στόχων net-zero.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί ανησυχία, ιδιαίτερα καθώς ο Καναδάς αντιμετωπίζει ήδη αυξανόμενες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, όπως εκτεταμένες δασικές πυρκαγιές και διάβρωση ακτών, με άμεσες συνέπειες στην οικονομία και το ασφαλιστικό κόστος. Παράλληλα, η οικονομική στρατηγική της χώρας παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την εξαγωγή πρώτων υλών, όπως το πετρέλαιο και τα μεταλλεύματα, γεγονός που δυσχεραίνει τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης.
Ιδιαίτερη κριτική ασκείται και στο πεδίο της βιώσιμης χρηματοδότησης, όπου παρατηρείται καθυστέρηση σε βασικά εργαλεία, όπως η υποχρεωτική γνωστοποίηση κλιματικών στοιχείων από τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, η χαλάρωση των κανόνων για το λεγόμενο «greenwashing» δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία των περιβαλλοντικών δηλώσεων των εταιρειών και την αποτελεσματικότητα του εποπτικού πλαισίου.
Παρά τις αδυναμίες, καταγράφονται και ορισμένα θετικά βήματα, όπως η δέσμευση για δημιουργία εθνικής ταξινομίας βιώσιμων επενδύσεων έως το 2026 και η προώθηση νομοθετικών πρωτοβουλιών για την ευθυγράμμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με τους κλιματικούς στόχους. Ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές θεωρούνται από πολλούς ανεπαρκείς σε σχέση με το μέγεθος της πρόκλησης.
Η περίπτωση του Καναδάς αναδεικνύει τη δυσκολία μετάβασης από ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στους φυσικούς πόρους σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών. Η ισορροπία μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, ενεργειακής ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας παραμένει ένα σύνθετο και πολιτικά φορτισμένο ζήτημα.
Σε επίπεδο βιώσιμης ανάπτυξης, η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει ότι η μετάβαση δεν εξαρτάται μόνο από τη γνώση ή τις προθέσεις, αλλά από τη συνέπεια στην εφαρμογή πολιτικών, τη θεσμική ενίσχυση και την ευθυγράμμιση της οικονομίας με μακροπρόθεσμους κλιματικούς στόχους. Το επόμενο διάστημα θα κρίνει κατά πόσο ο Καναδάς μπορεί να μετατρέψει τις φιλοδοξίες του σε συγκεκριμένες και αποτελεσματικές δράσεις.

