Παρότι οι επιβάτες της πρώτης και της επιχειρηματικής θέσης αποτελούν μειοψηφία στις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων, το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα είναι δυσανάλογα μεγάλο. Σύμφωνα με νέα πανευρωπαϊκή ανάλυση του T3 Transportation Think Tank, που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Greenpeace στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, το συγκεκριμένο 14% των επιβατών ευθύνεται για περίπου το 36% των συνολικών εκπομπών ρύπων από τις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων.
Με βάση τα ευρήματα αυτά, η Greenpeace προτείνει την καθιέρωση ενός ελάχιστου τέλους στα εισιτήρια πολυτελείας που πωλούνται στην Ευρώπη. Η πρόταση προβλέπει επιβάρυνση 220 ευρώ για την Business Class, 340 ευρώ για την First Class και 75 ευρώ για την Premium Economy. Σύμφωνα με την οργάνωση, το μέτρο θα μπορούσε να αποφέρει τουλάχιστον 3,3 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, χωρίς να επηρεάσει οικονομικά τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Τα έσοδα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη χρηματοδότηση πιο προσιτών και ποιοτικών Μέσων Μαζικής Μεταφοράς ή για τη δημιουργία κλιματικών εισιτηρίων.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι μόνο μέσα σε έναν χρόνο πωλήθηκαν τουλάχιστον 19 εκατομμύρια εισιτήρια πρώτης, επιχειρηματικής και premium οικονομικής θέσης για υπερατλαντικά και άλλα ταξίδια μεγάλης απόστασης από την Ευρώπη. Η τάση αυτή αντανακλά τη στρατηγική πολλών ευρωπαϊκών αεροπορικών εταιρειών να επενδύουν ολοένα και περισσότερο σε υπηρεσίες πολυτελείας, απευθυνόμενες σε επιβάτες πολύ υψηλού εισοδήματος.
Ωστόσο, οι πτήσεις αυτών των κατηγοριών έχουν εξαιρετικά υψηλές εκπομπές CO₂: από τέσσερις έως πέντε φορές περισσότερες ανά επιβατικό χιλιόμετρο σε σύγκριση με την οικονομική θέση. Ο λόγος είναι ότι οι θέσεις πολυτελείας καταλαμβάνουν σημαντικά μεγαλύτερο χώρο, αυξάνουν το βάρος του αεροσκάφους και μειώνουν τον αριθμό των επιβατών ανά πτήση. Παρ’ όλα αυτά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υφίσταται σήμερα κάποιο ειδικό τέλος ή περιορισμός για αυτού του τύπου τα ταξίδια.
Η Greenpeace καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις εθνικές κυβερνήσεις να προχωρήσουν στη θέσπιση αποτελεσματικών φορολογικών εργαλείων για τις πτήσεις πρώτης και επιχειρηματικής θέσης. Όπως επισημαίνει ο Herwig Schuster, υπεύθυνος εκστρατειών για τις μεταφορές στο γραφείο της Greenpeace στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, «μια και μόνο πτήση πρώτης θέσης, μονής διαδρομής, από τη Φρανκφούρτη στη Νέα Υόρκη ισοδυναμεί σε εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου με εκείνες ενός μέσου Ευρωπαίου πολίτη σε ολόκληρο ένα έτος».
Ο ίδιος τονίζει ότι, την ώρα που πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, όπως η θέρμανση και τα τρόφιμα, οι αεροπορικές εταιρείες επεκτείνουν καμπίνες πολυτελείας με υπερπολλαπλάσιο ενεργειακό κόστος. Επιπλέον, οι πτήσεις αυτές ωφελούνται από ένα καθεστώς γενναιόδωρων φοροαπαλλαγών, καθώς τα αεροπορικά καύσιμα δεν φορολογούνται και δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ στις διεθνείς πτήσεις.
Μέχρι στιγμής, μόνο λίγες χώρες, όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν προχωρήσει στη φορολόγηση εισιτηρίων πρώτης και επιχειρηματικής θέσης. Παράλληλα, η Ισπανία έχει δηλώσει ότι στηρίζει την εισαγωγή τέτοιων τελών στο πλαίσιο διεθνών πρωτοβουλιών για παγκόσμιους φόρους αλληλεγγύης. Έρευνα του ολλανδικού ινστιτούτου CE Delft καταδεικνύει ότι η επιβολή παγκόσμιων τελών στα αεροπορικά εισιτήρια είναι νομικά εφικτή. Σε αντίθεση με την αεροπορία, οι χερσαίες δημόσιες μεταφορές, όπως οι σιδηρόδρομοι, επιβαρύνονται με φόρους ενέργειας, διόδια και ΦΠΑ στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. «Δεν είναι δίκαιο μια μικρή ελίτ να επιβαρύνει δυσανάλογα το κλίμα, πληρώνοντας λιγότερα από όσα της αναλογούν», καταλήγει ο Herwig Schuster, καλώντας τις κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν την κλιματική ανισότητα ξεκινώντας από τη φορολόγηση των πτήσεων πολυτελείας.

