Οι ισχυρές βροχοπτώσεις των τελευταίων εβδομάδων στη χώρα και το πρόσφατο συμβάν στο ρέμα της Πικροδάφνης, που προκάλεσε σημαντικές υλικές ζημιές, έφεραν ξανά στο επίκεντρο τη συζήτηση για το βαθμό ευαλωτότητας της Ελλάδας απέναντι σε πλημμυρικά φαινόμενα. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, το ζήτημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ένταση της βροχής, αλλά από ένα σύνολο παραγόντων που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και καθορίζουν το επίπεδο κινδύνου κάθε περιοχής.
Η περίπτωση της Πικροδάφνης αναδεικνύει ένα βαθύτερο και μακροχρόνιο πρόβλημα στις αστικές περιοχές της Αττικής. Η υδρολόγος Δρ. Ελισάβετ Φελώνη σημειώνει ότι οι αντιπλημμυρικές υποδομές της πρωτεύουσας έχουν σχεδιαστεί βάσει κλιματικών δεδομένων άλλων εποχών και αδυνατούν να ανταποκριθούν στις σημερινές συνθήκες ακραίας ραγδαιότητας. Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζονται πλημμύρες ακόμη και σε επεισόδια βροχής «μικρής επαναφοράς», τα οποία παλαιότερα δεν θα προκαλούσαν ανησυχία. Την κατάσταση επιδεινώνει η ιστορική ανάπτυξη του αστικού ιστού, με την κάλυψη ρεμάτων, την εκτεταμένη τσιμεντοποίηση και την απώλεια χώρων φυσικής απορρόφησης νερού, μετατρέποντας τις συνοικίες σε ραγδαία κανάλια απορροής.
Παράλληλα, όπως εξηγεί ο καθηγητής Δημήτρης Εμμανουλούδης, κάθε πλημμυρικό συμβάν οφείλεται στη συνύπαρξη δύο παραμέτρων: του «παράγοντα επίθεσης», δηλαδή της βροχόπτωσης, και του «παράγοντα υποδοχής», που σχετίζεται με το έδαφος και τα τοπικά χαρακτηριστικά. Το ίδιο ύψος βροχής μπορεί να είναι ακίνδυνο σε ένα μέρος και καταστροφικό σε ένα άλλο, ανάλογα με τη γεωλογία, τη μορφολογία, τη βλάστηση ή τον βαθμό κορεσμού του εδάφους. Παρόλο που υπάρχουν εξελιγμένα προγνωστικά εργαλεία για τη βροχόπτωση, η έλλειψη συστηματικών δεδομένων για την κατάσταση του εδάφους αφήνει σημαντικό κενό στην εκτίμηση κινδύνου.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα βουνά που περιβάλλουν την Αττική αποτελούν κρίσιμο κρίκο της αλυσίδας. Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές αποδυναμώνουν το φυσικό φίλτρο συγκράτησης του νερού, διευκολύνοντας την ταχεία μεταφορά μεγάλων όγκων και φερτών υλικών προς κατοικημένες περιοχές. Κατά συνέπεια, ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός οφείλει να συνδυάζει παρεμβάσεις στα δάση και στις υψίπεδες περιοχές μαζί με έργα στο αστικό περιβάλλον.
Η Δρ. Φελώνη προτείνει μία πολυεπίπεδη προσέγγιση, με έργα μεγάλης κλίμακας στους βασικούς αγωγούς, στοχευμένες επεμβάσεις στα ορεινά και παρεμβάσεις μικρής κλίμακας μέσα στις πόλεις. Τέτοιες λύσεις περιλαμβάνουν υδατοπερατές επιφάνειες, πράσινες υποδομές και συστήματα διαχείρισης όμβριων που θα λειτουργούν ως μηχανισμοί αποφόρτισης στις γειτονιές. Κεντρικό ζήτημα παραμένει η συστηματική συλλογή δεδομένων, καθώς η έλλειψη ιστορικών μετρήσεων δυσκολεύει την πρόβλεψη και τη λήψη αποφάσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το INACHOS, ένα πρωτοποριακό σύστημα εκτίμησης πλημμυρικού κινδύνου που αναπτύσσεται από το Εργαστήριο ASSIST του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Το εργαλείο αξιοποιεί τόσο σταθερούς παράγοντες (έδαφος, βλάστηση, μορφολογία) όσο και δυναμικά δεδομένα βροχόπτωσης σε πραγματικό χρόνο, δημιουργώντας προβλέψεις για τις επόμενες 72 ώρες και μετατρέποντάς τες σε χάρτες επικινδυνότητας. Η υποστήριξη του συστήματος από βάση δεδομένων δεκάδων χιλιάδων ιστορικών πλημμυρών ενισχύει περαιτέρω την αξιοπιστία του, επιτρέποντας στους αρμόδιους φορείς να γνωρίζουν όχι μόνο πόσο θα βρέξει αλλά και πού είναι πιθανότερο να εμφανιστούν προβλήματα.
Όπως αναφέρει ο κ. Εμμανουλούδης, το INACHOS είναι το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα αυτού του τύπου για όλη την ελληνική επικράτεια και βρίσκεται σε διαδικασία δοκιμών. Με την ολοκλήρωσή του, η χώρα θα αποκτήσει ένα κρίσιμο ψηφιακό εργαλείο πρόγνωσης πλημμύρας, ιδιαιτέρως χρήσιμο για την επιχειρησιακή υποστήριξη της Πολιτικής Προστασίας, των Περιφερειών και των Δήμων, αλλά και για την καλύτερη αξιοποίηση του συστήματος έγκαιρης ειδοποίησης 112.

