Το Anthropocene Fixed Income Institute (AFII) ζητά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να υιοθετήσει πιο αυστηρή πολιτική απέναντι στις τράπεζες που είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στον κλιματικό κίνδυνο. Σύμφωνα με το AFII, το τρέχον σχέδιο της ΕΚΤ να επιβάλει κυρώσεις μόνο στα εταιρικά ομόλογα που χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις «στερείται φιλοδοξίας» και πρέπει να επεκταθεί ώστε να καλύπτει και τα προνομιούχα και καλυμμένα ομόλογα των τραπεζών.
Η πρόταση αυτή θα επηρεάσει περίπου το ένα τρίτο των τίτλων που δίνονται σήμερα ως εξασφαλίσεις στην ΕΚΤ, έναντι λιγότερο από 2% που καλύπτει η υφιστάμενη ρύθμιση. Οι συντάκτες της έκθεσης, Ulf Erlandsson και Johan Jarnmo, τονίζουν ότι μια τέτοια επέκταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερες περικοπές στο χρέος τραπεζών που εξακολουθούν να χρηματοδοτούν έντονα τον τομέα των ορυκτών καυσίμων.
Η ΕΚΤ έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα αρχίσει να εφαρμόζει τις πρώτες κυρώσεις για κλιματικούς κινδύνους από το δεύτερο εξάμηνο του επόμενου έτους, περιορίζοντας προς το παρόν τα μέτρα στα εταιρικά ομόλογα. Το AFII, ωστόσο, θεωρεί ότι η πολιτική αυτή πρέπει να είναι πιο ολοκληρωμένη, καθώς τα τραπεζικά καλυμμένα ομόλογα χρησιμοποιούνται πολύ πιο συχνά στις συναλλαγές επαναγοράς (repo) και, επομένως, έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο στο κόστος χρηματοδότησης.
Η λογική πίσω από την πρόταση του AFII είναι ότι η περιορισμένη πρόσβαση σε ευνοϊκή χρηματοδότηση μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για τις τράπεζες να μειώσουν την έκθεσή τους σε ρυπογόνες επενδύσεις και να στραφούν σε βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η αφαίρεση των ομολόγων από «περιβαλλοντικά οπισθοδρομικές» χώρες και ιδρύματα δεν αναμένεται να απειλήσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αλλά μπορεί να επιταχύνει τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο που οι μεγάλες τράπεζες επανεξετάζουν τις περιβαλλοντικές τους δεσμεύσεις. Η στάση της ΕΚΤ απέναντι στην ενσωμάτωση των κλιματικών κινδύνων στο τραπεζικό σύστημα θα διαμορφώσει όχι μόνο την πολιτική χρηματοδότησης, αλλά και τον ρυθμό με τον οποίο οι αγορές κεφαλαίου προσαρμόζονται στους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης.

