Σε κρίσιμο σταυροδρόμι βρίσκεται ο Υμηττός, το σημαντικότερο περιαστικό δασικό σύμπλεγμα της Αττικής, καθώς η αυξανόμενη συχνότητα πυρκαγιών και πλημμυρών καθιστά επιτακτική την ανάγκη για έναν ολοκληρωμένο και μακρόπνοο σχεδιασμό ανθεκτικότητας.
Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα της ημερίδας του Συνδέσμου Προστασίας και Ανάπτυξης Υμηττού (ΣΠΑΥ) με θέμα «Υμηττός: Νέες ακραίες συνθήκες – νέες ανάγκες πρόληψης και καταστολής», που πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2026, σε μια περίοδο κατά την οποία η Αττική δοκιμάζεται έντονα από ακραία καιρικά φαινόμενα και εκτεταμένες καταστροφές υποδομών.
Οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες αποτελούν αλληλένδετες εκφάνσεις του ίδιου προβλήματος και πως χωρίς ουσιαστική πρόληψη, καμία κατασταλτική παρέμβαση δεν μπορεί να αποδειχθεί επαρκής. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας, ξεκάθαρου καταμερισμού αρμοδιοτήτων και διαρκούς συνεργασίας με την επιστημονική κοινότητα.
Ο πρόεδρος του ΣΠΑΥ και δήμαρχος Παιανίας, Ισίδωρος Μάδης, τόνισε ότι η κλιματική κρίση δεν περιορίζεται χρονικά στην αντιπυρική περίοδο και παρουσίασε τον στρατηγικό σχεδιασμό του Συνδέσμου, ο οποίος στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες: πρόληψη, καταστολή, αποκατάσταση και περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση. Μεταξύ άλλων, ανακοίνωσε την επικείμενη εγκατάσταση Πυρομετεωρολογικού Σταθμού στον Υμηττό, σε συνεργασία με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, καθώς και την ενίσχυση της επιχειρησιακής διασύνδεσης του Επικουρικού Κέντρου Επικοινωνιών του ΣΠΑΥ με το Πυροσβεστικό Σώμα.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Γιάννης Κεφαλογιάννης, υπογράμμισε ότι η αποτελεσματική Πολιτική Προστασία προϋποθέτει συντονισμό, πρόληψη, επιχειρησιακή ετοιμότητα και αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης ως ενιαίο σύνολο. Αναφερόμενος στο νομοσχέδιο «Ενεργή Μάχη», επισήμανε ότι η αντιμετώπιση των ακραίων φαινομένων ξεκινά πριν από την εκδήλωσή τους, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως βασικού κρίκου της πρώτης γραμμής.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο γενικός γραμματέας Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Στάθης Σταθόπουλος, παρουσίασε το πρόγραμμα Antinero ως κεντρικό εργαλείο πρόληψης, σημειώνοντας ότι υλοποιείται πανελλαδικά από τα τέλη του 2021 με συνολικό προϋπολογισμό περίπου 600 εκατ. ευρώ. Από αυτά, τα 18 εκατ. ευρώ αφορούν παρεμβάσεις στον Υμηττό. Όπως τόνισε, καθοριστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι τα έργα συνοδεύονται από διαχειριστικές μελέτες, επαναφέροντας έναν συστηματικό σχεδιασμό που έλειπε για δεκαετίες από τα ελληνικά δάση.
Ο αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος, αντιστράτηγος Θεόδωρος Βάγιας, αναφέρθηκε στο νέο επιχειρησιακό δόγμα που δίνει έμφαση στην επιτήρηση, την ετοιμότητα και τη διαλειτουργικότητα των εμπλεκόμενων φορέων. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στη χρήση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων, όπως οι χάρτες επικινδυνότητας και τα drones, καθώς και στη διαχείριση της πυρκαγιάς στην Πολυτεχνειούπολη τον Ιούλιο του 2025.
Ισχυρό μήνυμα υπέρ του μακροχρόνιου σχεδιασμού έστειλε και ο καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος και Κλίματος του ΕΚΠΑ, Κώστας Καρτάλης, επισημαίνοντας ότι η κλιματική ανθεκτικότητα απαιτεί σχεδιασμό τουλάχιστον 15 ετών, με σαφείς χωρικούς και επιχειρησιακούς στόχους, ώστε να υπερβαίνει τους εκλογικούς κύκλους και να ανταποκρίνεται στη νέα πραγματικότητα των ακραίων φαινομένων.

Στο ίδιο πνεύμα, ο πυρομετεωρολόγος Θοδωρής Γιάνναρος ανέδειξε ως κρίσιμο ζητούμενο τη μετατροπή των διαθέσιμων δεδομένων σε κατανοητή και άμεσα αξιοποιήσιμη επιχειρησιακή πληροφορία, τονίζοντας ότι η ουσιαστική συν-ανάπτυξη εργαλείων μεταξύ επιστήμης και φορέων πεδίου αποτελεί βασική προϋπόθεση επιτυχίας.
Η ημερίδα ολοκληρώθηκε με παρεμβάσεις εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Περιφέρειας Αττικής, οι οποίοι συμφώνησαν ότι η προστασία του Υμηττού δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικές δράσεις. Αντίθετα, απαιτείται σταθερή επένδυση στην πρόληψη, σαφής κατανομή ρόλων και συνεχής συνεργασία, ώστε ο ορεινός όγκος να εξελιχθεί από περιοχή υψηλού κινδύνου σε πρότυπο ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική κρίση.

