Η συνεχιζόμενη «φυγή» των νέων από την Ελλάδα, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας και υψηλότερους μισθούς στο εξωτερικό, αναδεικνύει ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Η απομάκρυνση ενός υψηλά ειδικευμένου εργατικού δυναμικού έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εγχώρια παραγωγικότητα και στην πληθυσμιακή ανάπτυξη της χώρας. Παράλληλα, αυτό το φαινόμενο καθιστά αναγκαία την αναμόρφωση της πολιτικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ενίσχυση των συνθηκών που θα επιτρέψουν την επαναπατρισμό και την αξιοποίηση των ταλέντων στη χώρα.
Η αποχώρηση των νέων, και κυρίως των πιο εξειδικευμένων επαγγελματιών, από την ελληνική αγορά εργασίας δημιουργεί κενά, τα οποία δεν καλύπτονται πάντα από τη μετανάστευση νέων εργαζομένων από άλλες χώρες. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και τη δυνατότητα της χώρας να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού και της πράσινης ανάπτυξης. Παράλληλα, η μείωση του εργατικού δυναμικού στις πιο παραγωγικές ηλικιακές ομάδες (30-44 ετών) μειώνει την ικανότητα της χώρας να επενδύσει σε βιώσιμα έργα και τεχνολογικές καινοτομίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για να προχωρήσει στην ενεργειακή μετάβαση και την ανάπτυξη καθαρών και αποδοτικών υποδομών.
Η μείωση των νέων εργαζομένων που παραμένουν στην Ελλάδα επιδεινώνει τη δημογραφική εικόνα και αυξάνει την ανάγκη για πολιτικές που συνδέουν την εκπαίδευση και τις δεξιότητες με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί εργαζόμενους που έχουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες για να υποστηρίξουν τον τομέα της καθαρής ενέργειας, των ψηφιακών υποδομών και της πράσινης τεχνολογίας. Εάν η χώρα επιθυμεί να διατηρήσει την οικονομική ανάπτυξη και να μειώσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, είναι επιτακτική ανάγκη να στηρίξει τη νέα γενιά στον τομέα της πράσινης οικονομίας και των ψηφιακών λύσεων.
Η χώρα χρειάζεται να αναπτύξει πολιτικές που να συνδυάζουν την ενίσχυση των πράσινων επενδύσεων και της αειφόρου ανάπτυξης με την προσέλκυση και παραμονή του υψηλού εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η ενίσχυση της εκπαίδευσης και κατάρτισης στον τομέα της πράσινης ενέργειας, της ψηφιακής τεχνολογίας και της βιώσιμης επιχειρηματικότητας. Επιπλέον, η στήριξη και η ανάπτυξη πράσινων υποδομών (όπως τα Data Centers που συνδυάζουν ψηφιακές και ενεργειακές ανάγκες) μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και να προσφέρει ευκαιρίες για τη νέα γενιά να παραμείνει στην Ελλάδα, συνδυάζοντας έτσι τις ανάγκες για οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη με τους στόχους για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Επιπλέον, η χώρα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι μετανάστες εργαζόμενοι θα μπορούν να ενσωματωθούν και να συμμετέχουν ενεργά στη βιώσιμη οικονομία της Ελλάδας, προσφέροντας τις δεξιότητές τους σε τομείς όπως η καθαρή ενέργεια, η κυκλική οικονομία και οι πράσινες υποδομές.
Μία από τις βασικές προτεραιότητες για την ανάπτυξη μιας βιώσιμης και ευημερούσας οικονομίας είναι η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας. Η συμμετοχή των γυναικών και των νέων στον τομέα των πράσινων τεχνολογιών και του ψηφιακού μετασχηματισμού μπορεί να δημιουργήσει ένα ισχυρό, καινοτόμο εργατικό δυναμικό που θα βοηθήσει την Ελλάδα να ενισχύσει τη θέση της στην παγκόσμια βιώσιμη ανάπτυξη. Η ενσωμάτωση αυτών των ομάδων στην αγορά εργασίας όχι μόνο θα βοηθήσει να αντισταθμιστεί η απώλεια πληθυσμού, αλλά θα συμβάλει και στην ανάπτυξη ενός πιο συμπεριληπτικού και βιώσιμου οικονομικού μοντέλου.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια πρόκληση: να μετατρέψει το brain drain σε brain gain, ενσωματώνοντας τα ταλέντα και τις ικανότητες της νέας γενιάς στην πράσινη ανάπτυξη και τις ψηφιακές τεχνολογίες. Αυτό απαιτεί στρατηγικές που θα συνδέουν την εκπαίδευση με τις βιώσιμες θέσεις εργασίας, την ενίσχυση της πράσινης επιχειρηματικότητας και τη δημιουργία ευκαιριών για τους νέους και τις γυναίκες να συμμετέχουν ενεργά στην αγορά εργασίας, ενώ ταυτόχρονα θα προστατεύεται και θα ενισχύεται το περιβάλλον για τις επόμενες γενιές.