Η Νότια Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα διπλό πλήγμα: την κλιματική αλλαγή και τον υπερτουρισμό. Η συνεχής αύξηση των αφίξεων, σε συνδυασμό με την άνοδο της θερμοκρασίας, απειλεί να καταστήσει πολλούς δημοφιλείς προορισμούς μη βιώσιμους.
Στην Ίμπιζα, το ιστορικό ξενοδοχείο Montesol —ένα σύμβολο πολυτέλειας από το 1933— αναγκάζεται να προσαρμοστεί: αντικαθιστά μπανιέρες με ντουζιέρες, περιορίζει τη χρήση κλιματισμού και επενδύει σε καλύτερη μόνωση. Όμως, όπως παραδέχονται οι διαχειριστές, οι τουρίστες δεν είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν την άνεσή τους. Παράλληλα, η αύξηση των επισκεπτών —μόνο το 2024 πέρασαν 3,7 εκατομμύρια τουρίστες, 23% περισσότεροι από το 2016— πιέζει τις υποδομές, αυξάνει τα ενοίκια και δυσκολεύει την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Η Μεσόγειος θερμαίνεται 20% ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, προκαλώντας συχνότερους καύσωνες, πυρκαγιές, ξηρασίες και ισχυρές καταιγίδες. Παρά ταύτα, οι αφίξεις αυξάνονται, με τον «ώμο» της σεζόν —άνοιξη και φθινόπωρο— να κερδίζει έδαφος, αντισταθμίζοντας τις μικρές απώλειες του Αυγούστου. Το αποτέλεσμα είναι σταθερή πίεση σε φυσικούς πόρους: υπερκατανάλωση νερού, λειτουργία αφαλατώσεων στο όριο, διάβρωση ακτών και καταστροφή των λιβαδιών ποσειδωνίας, που αποτελούν φυσικό φράγμα απέναντι στις καταιγίδες.
Η τοπική κοινωνία βρίσκεται στα όριά της. Οι τιμές των ενοικίων τριπλασιάζονται, οι γιατροί και οι αστυνομικοί δυσκολεύονται να εγκατασταθούν και ο πληθυσμός διπλασιάζεται τον Αύγουστο. Ο «φόρος βιώσιμου τουρισμού» που θεσπίστηκε στις Βαλεαρίδες συχνά διοχετεύεται σε έργα που προσελκύουν ακόμη περισσότερους επισκέπτες, επιτείνοντας το πρόβλημα.
Οι κοινωνικές αντιδράσεις εντείνονται: διαδηλώσεις, γκράφιτι «Tourists go home», συγκρούσεις για τη χρήση υδάτινων πόρων σε περιόδους ξηρασίας. Παράλληλα, νέες περιοχές, όπως το Αλεντέζου στην Πορτογαλία, μετατρέπονται σε «τουριστικές εναλλακτικές», αλλά η άνθηση βιλών και γηπέδων γκολφ απειλεί τις υδάτινες ισορροπίες και ανταγωνίζεται την παραδοσιακή γεωργία.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι το υφιστάμενο μοντέλο «όσο περισσότεροι, τόσο καλύτερα» είναι αδιέξοδο. Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει λιγότερους, αλλά πιο ποιοτικούς επισκέπτες, μεγαλύτερη παραμονή και μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Όπως σημειώνει ο καθηγητής Xavier Font:
«Αν συνεχίζουμε να δαπανούμε το 95% του προϋπολογισμού μας στη διαφήμιση και όχι στη βιώσιμη διαχείριση, ξέρουμε ήδη ποιο είναι το πρόβλημα».
Η Νότια Ευρώπη καλείται να επιλέξει: άμεση στροφή σε βιώσιμα μοντέλα ή απώλεια της ελκυστικότητάς της ως τουριστικού προορισμού.

