Η COP30 στο Μπέλεμ της Βραζιλίας ολοκληρώθηκε με μια συμφωνία που, αν και απέτρεψε τις ανοιχτές συγκρούσεις, δεν κατάφερε να ενθουσιάσει μεγάλο μέρος της επενδυτικής κοινότητας. Πολλοί επενδυτές τη χαρακτηρίζουν «προσγειωμένη, αλλά ανεπαρκή», σημειώνοντας ότι οι φετινές διαπραγματεύσεις δεν έφεραν την αναμενόμενη ώθηση ούτε το επίπεδο πολιτικής σύμπνοιας που είχε, για παράδειγμα, η Συμφωνία του Παρισιού.
Σύμφωνα με ειδικούς στη βιώσιμη χρηματοδότηση, η σύνοδος ανέδειξε την ανάγκη η διεθνής συζήτηση να περάσει από τα λόγια στην πράξη: χρηματοδότηση, υλοποίηση, επενδύσεις και πραγματικά έργα. Η συμφωνία για τριπλασιασμό των πόρων προσαρμογής έως το 2035 θεωρείται θετική εξέλιξη, αλλά πολλοί θεωρούν ότι το χρονοδιάγραμμα είναι «βραδύ» σε σχέση με την ορμητικότητα της κλιματικής κρίσης.
Το πιο έντονο σημείο δυσαρέσκειας παραμένει η απουσία σαφούς δέσμευσης για την κατάργηση των ορυκτών καυσίμων. Διαχειριστές κεφαλαίων προειδοποιούν ότι η έλλειψη μιας ρητής κατεύθυνσης εντείνει την αβεβαιότητα και επιβραδύνει τη μετάβαση. «Η αγορά έχει όρια στο πόσο μακριά μπορεί να πάει χωρίς καθαρό πολιτικό σήμα», ανέφερε χαρακτηριστικά σημαντικός θεσμικός επενδυτής.
Παρόλα αυτά, ορισμένοι εκτιμούν ότι η COP30 έφερε μια «επιστροφή στον ρεαλισμό». Δεν είναι ρεαλιστικό, λένε, να αναμένουμε κάθε χρόνο μια νέα στιγμή αντίστοιχη με το Παρίσι. Πλέον, το πραγματικό ζητούμενο είναι η ικανότητα των κρατών να υλοποιήσουν όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί και των επενδυτών να διοχετεύσουν κεφάλαια σε έργα με μετρήσιμα αποτελέσματα — από υποδομές ανθεκτικότητας μέχρι οικονομικές δραστηριότητες χαμηλών εκπομπών.
«Το πολυμερές σύστημα δεν κατέρρευσε, αλλά ούτε έδειξε πυξίδα. Τώρα η αγορά καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο», σχολίασε έμπειρος διαχειριστής που παρακολούθησε τις εργασίες της συνόδου.

