Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα κινήθηκε το 2025 η κερδοφορία των μεγάλων αντασφαλιστικών εταιρειών, ως αποτέλεσμα μιας στρατηγικής στροφής που ξεκίνησε δύο χρόνια νωρίτερα: περιορισμός της κάλυψης για ιδιαίτερα δαπανηρούς κινδύνους και σημαντικές αυξήσεις στα ασφάλιστρα. Σύμφωνα με στοιχεία του αντασφαλιστικού μεσίτη Guy Carpenter, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων του κλάδου ανήλθε στο 18%, συνεχίζοντας ένα σερί υψηλών αποδόσεων που ξεκίνησε το 2023.
Η αλλαγή αυτή δεν ήταν τυχαία. Οι ολοένα συχνότερες και ακριβότερες φυσικές καταστροφές, από πλημμύρες έως πυρκαγιές και ακραία καιρικά φαινόμενα, ανάγκασαν τους αντασφαλιστές να επαναξιολογήσουν την έκθεσή τους. Περιορίζοντας την κάλυψη και αυξάνοντας το κόστος, μετέφεραν μέρος του κινδύνου σε ασφαλιστικές εταιρείες, κυβερνήσεις και ιδιοκτήτες ακινήτων, οι οποίοι πλέον καλούνται να διαχειριστούν υψηλότερα ασφάλιστρα.
Η αντασφάλιση παραμένει κρίσιμο εργαλείο για τη διαχείριση μεγάλων συγκεντρώσεων κινδύνου, είτε πρόκειται για τυφώνες στη Φλόριντα είτε για κυβερνοεπιθέσεις και γεωπολιτικές εντάσεις. Παρά το αυξανόμενο κόστος των ζημιών —ενδεικτικά, οι πυρκαγιές στην Καλιφόρνια στις αρχές του έτους εκτιμάται ότι προκάλεσαν ασφαλισμένες απώλειες περίπου 40 δισ. δολαρίων— η Guy Carpenter, θυγατρική της Marsh, εκτιμά ότι η κερδοφορία του κλάδου θα παραμείνει ισχυρή έως τουλάχιστον το 2027.
Στο τοπίο αυτό προστίθεται και η αυξανόμενη παρουσία ιδιωτικών κεφαλαίων. Επενδυτικά σχήματα όπως η Elliott Management και η Blackstone ενισχύουν τη συμμετοχή τους, ενώ ιδιώτες επενδυτές στρέφονται μαζικά στα catastrophe bonds, τα οποία κατέγραψαν φέτος ιστορικό υψηλό εκδόσεων. Τα εργαλεία αυτά μεταφέρουν τον κίνδυνο φυσικών καταστροφών στις αγορές κεφαλαίου, λειτουργώντας ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης» για τον ασφαλιστικό κλάδο.
Παρά τη μείωση περίπου 12% στις τιμές των συμβολαίων αντασφάλισης ακινήτων για το 2026, οι αυξήσεις των προηγούμενων ετών έχουν δημιουργήσει ένα ισχυρό χρηματοοικονομικό απόθεμα. Ταυτόχρονα, νέες αγορές, όπως η ασφάλιση υποδομών για data centres και τεχνητή νοημοσύνη, ανοίγουν πρόσθετες προοπτικές ανάπτυξης, με την Aon να εκτιμά ότι τα σχετικά ασφάλιστρα θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 100 δισ. δολάρια έως το τέλος της δεκαετίας.

