Η παλαιότητα του κτηριακού αποθέματος στην Ελλάδα αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα ασφάλειας, καθώς μεγάλο μέρος των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων δεν έχει σχεδιαστεί για να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ενεργειακές ανάγκες των νοικοκυριών. Η πλειονότητα των κατοικιών έχει κατασκευαστεί πριν από το 1990, σε μια περίοδο όπου οι απαιτήσεις σε ηλεκτρική ισχύ ήταν σαφώς χαμηλότερες. Σήμερα, η εκτεταμένη χρήση ενεργοβόρων συσκευών, συστημάτων θέρμανσης και ψύξης, καθώς και νέων τεχνολογιών, επιβαρύνει εγκαταστάσεις που συχνά λειτουργούν στα όριά τους. Η κατάσταση αυτή αυξάνει τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας και πυρκαγιών, ιδίως σε κτήρια με παλαιές καλωδιώσεις, ανεπαρκή γείωση και ξεπερασμένα μέσα προστασίας. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις δεν έχουν επανελεγχθεί ποτέ μετά την αρχική τους ηλεκτροδότηση, ενώ έχουν δεχθεί πρόχειρες παρεμβάσεις που επιβαρύνουν περαιτέρω την ασφάλεια.
Το ζήτημα ξεπερνά το τεχνικό επίπεδο και συνδέεται άμεσα με τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η αναβάθμιση των ηλεκτρικών υποδομών αποτελεί προϋπόθεση τόσο για την προστασία της ανθρώπινης ζωής όσο και για την ασφαλή ενσωμάτωση καθαρών ενεργειακών τεχνολογιών, τη μείωση απωλειών ενέργειας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κτηρίων. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το πρόβλημα της γήρανσης των κτηρίων είναι ευρέως διαδεδομένο, με χαμηλούς ρυθμούς ανανέωσης των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και σημαντικές επιπτώσεις στην αστική ασφάλεια. Η ανάγκη για συστηματικούς ελέγχους, στοχευμένες αναβαθμίσεις και πολιτικές στήριξης καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική.
Η επένδυση στην ηλεκτρική ασφάλεια των κτηρίων δεν αφορά μόνο το παρόν, αλλά αποτελεί βασικό πυλώνα για ένα ασφαλές, ενεργειακά αποδοτικό και βιώσιμο αστικό περιβάλλον.

