Η κλιματική αλλαγή αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα οικονομικού και δημοσιονομικού κινδύνου για δεκάδες χώρες παγκοσμίως, επηρεάζοντας άμεσα τη δυνατότητά τους να δανείζονται και να χρηματοδοτούν την προσαρμογή στην κλιματική κρίση.
Σύμφωνα με νέα διεθνή ανάλυση που εξετάζει 119 χώρες με ορίζοντα έως το 2050, περίπου οι μισές εμφανίζουν επίπεδα κλιματικής ευαλωτότητας που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιδείνωση της πιστοληπτικής τους εικόνας. Οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφονται σε μικρές και αναδυόμενες οικονομίες που πλήττονται συχνά από ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως πλημμύρες, καύσωνες και κυκλώνες.
Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη τόσο τους φυσικούς κινδύνους όσο και τους κινδύνους μετάβασης, δηλαδή την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και το κόστος προσαρμογής σε καθαρές τεχνολογίες. Η αυξημένη έκθεση σε αυτούς τους παράγοντες μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση των χωρών σε χρηματοδότηση, καθιστώντας δυσκολότερες τις επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές και πολιτικές κλιματικής προσαρμογής.
Παράλληλα, ακαδημαϊκές μελέτες δείχνουν ότι χώρες που έχουν πληγεί επανειλημμένα από ακραία φαινόμενα παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους και χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη σε βάθος χρόνου, γεγονός που μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος δανεισμού.
Οι ειδικοί προειδοποιούν για έναν φαύλο κύκλο, όπου η κλιματική ευαλωτότητα οδηγεί σε οικονομική πίεση και περιορισμένες επενδύσεις, ενισχύοντας περαιτέρω τους μελλοντικούς κινδύνους. Η ενσωμάτωση της κλιματικής ανθεκτικότητας στον οικονομικό σχεδιασμό αναδεικνύεται πλέον ως βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα των οικονομιών.

