Για όσους ασχολούνται συστηματικά με το αντικείμενο, η διάκριση ανάμεσα στα κριτήρια ESG και τη βιωσιμότητα θεωρείται αυτονόητη. Για ένα ευρύτερο κοινό, όμως, η εικόνα παραμένει συχνά θολή. Με απλά λόγια, τα ESG λειτουργούν ως σύστημα μέτρησης: ορίζουν συγκεκριμένα κριτήρια, δείκτες και πρακτικές. Η βιωσιμότητα, αντίθετα, περιγράφει ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιών και στόχων, με επίκεντρο τον άνθρωπο, το περιβάλλον και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα.
Η βιωσιμότητα αφορά το πώς καλύπτονται οι ανάγκες του σήμερα χωρίς να υπονομεύεται η δυνατότητα των επόμενων γενεών να καλύψουν τις δικές τους. Τα ESG δημιουργήθηκαν ακριβώς για να αποτυπώνουν, με μετρήσιμο τρόπο, τον συνολικό αντίκτυπο ενός οργανισμού και να στηρίζουν αυτή τη μετάβαση από την πρόθεση στην πράξη.
ESG: από εξειδίκευση σε κυρίαρχο επενδυτικό φίλτρο
Παρά τις πολιτικές και κανονιστικές μεταβολές διεθνώς, τα ESG παραμένουν ψηλά στην ατζέντα επιχειρήσεων και επενδυτών. Όπως προκύπτει από πρόσφατες αναλύσεις της Deutsche Bank, τα παγκόσμια υπό διαχείριση κεφάλαια με κριτήρια ESG αναμένεται να ξεπεράσουν τα 40 τρισ. δολάρια έως το 2030, από περίπου 30 τρισ. το 2022.
Η τάση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο αξιολόγησης της επιχειρηματικής αξίας: η οικονομική απόδοση εξετάζεται πλέον παράλληλα με τον περιβαλλοντικό, κοινωνικό και διακυβερνητικό αντίκτυπο.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η ανάγκη κεφαλαίων για την κλιματική μετάβαση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Institutional Investors Group on Climate Change, για την επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών έως το 2050 θα απαιτηθούν επενδύσεις ύψους περίπου 97 τρισ. δολαρίων. Οι ετήσιες βιώσιμες επενδύσεις θα πρέπει να αυξηθούν σημαντικά, με βασικούς αποδέκτες την ενέργεια, τις μεταφορές και τα κτίρια. Με άλλα λόγια, το net zero προϋποθέτει επενδύσεις κλίμακας και όχι σταδιακές προσαρμογές.
Το χάσμα γνώσης και η πολυπλοκότητα των πλαισίων
Παρά τη δυναμική ανάπτυξη, το γνωστικό έλλειμμα γύρω από τα ESG παραμένει έντονο. Έρευνες δείχνουν ότι μικρό μόνο ποσοστό επενδυτών θεωρεί ότι κατανοεί σε βάθος τα ESG, ενώ ακόμη λιγότεροι αυτοπροσδιορίζονται ως ειδικοί.
Την ίδια στιγμή, τα δεδομένα και τα πλαίσια αξιολόγησης εξελίσσονται συνεχώς, κυρίως λόγω ρυθμιστικών παρεμβάσεων και αυξημένης διαφάνειας. Η συνύπαρξη πολλών προτύπων —όπως CSRD/ESRS, GRI, SASB και TCFD— δημιουργεί συχνά πολυπλοκότητα αντί για σαφήνεια, καθιστώντας δυσκολότερη τη σύγκριση και τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
Βιωσιμότητα: από αξιακό πλαίσιο σε πεδίο ευκαιριών
Αν τα ESG λειτουργούν ως εργαλείο μέτρησης, η βιωσιμότητα αποτυπώνει το εύρος των ευκαιριών. Η έκθεση New Nature Economy Report του Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ εκτιμά ότι έως το 2030, η μετάβαση σε πρακτικές θετικές για τη φύση σε τομείς όπως τα τρόφιμα, οι υποδομές και οι εξορύξεις θα μπορούσε να δημιουργήσει επιχειρηματικές ευκαιρίες άνω των 10 τρισ. δολαρίων παγκοσμίως.
Παράλληλα, η καταναλωτική συμπεριφορά δείχνει να αλλάζει ταχύτατα. Σύμφωνα με έρευνα της Simon-Kucher, περισσότεροι από τους μισούς καταναλωτές δηλώνουν πρόθυμοι να πληρώσουν υψηλότερη τιμή για βιώσιμα προϊόντα και υπηρεσίες. Η βιωσιμότητα, έτσι, μετατρέπεται από κόστος σε παράγοντα ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.
Από τις αναφορές στη στρατηγική ισχύ
Σε επίπεδο εταιρικής πρακτικής, σχεδόν όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις δημοσιεύουν πλέον αναφορές ESG ή βιωσιμότητας. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις η βιωσιμότητα παραμένει θέμα αναφοράς και όχι κεντρικό στοιχείο λήψης αποφάσεων, καθώς δεν εκπροσωπείται επαρκώς στο ανώτατο διοικητικό επίπεδο.
Αυτή η αντίφαση αναδεικνύει και τη βασική πρόκληση της επόμενης πενταετίας.
Το στοίχημα του 2030
Η πρόκληση δεν θα είναι η παραγωγή περισσότερων δεικτών ή εκθέσεων, αλλά η ουσιαστική ενσωμάτωση των ESG στη στρατηγική και στη διαχείριση κινδύνου. Εκεί θα φανεί ποιοι οργανισμοί χρησιμοποιούν τα ESG ως εργαλείο κατανόησης ρίσκου και τη βιωσιμότητα ως μοχλό δημιουργίας αξίας — και ποιοι περιορίζονται σε ετικέτες.
Το 2030, το πραγματικό τεστ δεν θα είναι ποιος μιλά περισσότερο για ESG και βιωσιμότητα, αλλά ποιος έχει καταφέρει να μετατρέψει αυτές τις έννοιες σε μετρήσιμο οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό αποτέλεσμα. Σε μια εποχή διαρκών κρίσεων, αυτή η μετάβαση από τη ρητορική στην πράξη ίσως αποδειχθεί το πιο κρίσιμο κριτήριο αξιοπιστίας.

