Τη χρηματοδότηση ύψους 3 δισ. ευρώ επισπεύδει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, με στόχο να στηρίξει τα κράτη-μέλη της ΕΕ στην προετοιμασία για τη νέα ευρωπαϊκή αγορά άνθρακα που αφορά τα καύσιμα θέρμανσης και τις μεταφορές. Η πρωτοβουλία φιλοδοξεί να περιορίσει τις κοινωνικές επιπτώσεις της τιμολόγησης των εκπομπών CO₂ και να διευκολύνει τη μετάβαση των πολιτών σε καθαρότερες λύσεις ενέργειας και μετακίνησης.
Η νέα αγορά άνθρακα της Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή το 2028 και προβλέπει την επιβολή κόστους στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιούνται σε κτίρια και οδικές μεταφορές. Πρόκειται για ένα εργαλείο κλιματικής πολιτικής που αποσκοπεί στη μείωση της ρύπανσης και στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, ωστόσο έχει προκαλέσει ανησυχία σε ορισμένα κράτη-μέλη λόγω του κινδύνου αύξησης του κόστους ζωής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η χρηματοδότηση της ΕΤΕπ λειτουργεί προληπτικά: τα κεφάλαια θα κατευθυνθούν σε επενδύσεις πριν από την έναρξη της αγοράς άνθρακα, δίνοντας τη δυνατότητα σε νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις να υιοθετήσουν νωρίτερα λύσεις όπως ηλεκτρικά οχήματα, αντλίες θερμότητας και ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων. Η αποπληρωμή των ποσών θα πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, μέσω των εσόδων που θα προκύψουν από την ίδια την αγορά άνθρακα.
Θετική ήταν η αντίδραση της Ευρωπαϊκή Οργάνωση Καταναλωτών (BEUC), η οποία χαρακτήρισε την πρωτοβουλία κρίσιμη για την προστασία των ευάλωτων καταναλωτών. Ο επικεφαλής βιωσιμότητας της οργάνωσης, Robin Loos, επεσήμανε ότι η κλιματική πολιτική δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς ρεαλιστικές εναλλακτικές για τους πολίτες, υπογραμμίζοντας την ανάγκη τα κράτη-μέλη να ενισχύσουν τις πολιτικές στήριξης της πράσινης μετάβασης.
Η παρέμβαση της ΕΤΕπ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο μέτρων για τη διασφάλιση μιας δίκαιης και κοινωνικά αποδεκτής κλιματικής μετάβασης, που περιλαμβάνει μηχανισμούς ελέγχου των τιμών και αυξημένη εποπτεία της αγοράς. Στόχος των ευρωπαϊκών θεσμών είναι η επίτευξη των κλιματικών στόχων χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς, ενισχύοντας τη δημόσια εμπιστοσύνη στη μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών και βιώσιμης ανάπτυξης.

