Η Apple προχωρά σε σημαντική αναθεώρηση της πολιτικής αμοιβών των ανώτατων στελεχών της, αφαιρώντας για το 2025 τον μηχανισμό προσαρμογής αποδοχών που σχετιζόταν με την επίδοση σε κριτήρια ESG (Environmental, Social, Governance). Η απόφαση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη μετατόπιση που παρατηρείται διεθνώς ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις ενσωματώνουν τη βιωσιμότητα στη διοικητική τους δομή.
Ο συγκεκριμένος μηχανισμός, ο οποίος εφαρμοζόταν από το 2021, έδινε τη δυνατότητα στο διοικητικό συμβούλιο να μεταβάλλει τα ετήσια bonus έως 10%, ανάλογα με την πρόοδο σε περιβαλλοντικούς δείκτες, όπως η μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και η διεύρυνση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην εφοδιαστική αλυσίδα. Παρότι η εταιρεία διατηρεί τους περιβαλλοντικούς της στόχους, η αποσύνδεση των σχετικών επιδόσεων από τις αμοιβές σηματοδοτεί αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να κινητροδοτεί τη διοίκηση.
Η Apple δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν επίσης περιορίσει ή καταργήσει αντίστοιχες πρακτικές, γεγονός που αποτυπώνει μια ευρύτερη επαναξιολόγηση του ρόλου των ESG κριτηρίων στη διαμόρφωση των συστημάτων ανταμοιβής. Παράλληλα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν μείωση του ποσοστού των μεγάλων εταιρειών που συνδέουν άμεσα τις αποδοχές στελεχών με περιβαλλοντικούς δείκτες.
Από τη σκοπιά της βιώσιμης ανάπτυξης, η σύνδεση αμοιβών με περιβαλλοντική επίδοση θεωρήθηκε τα προηγούμενα χρόνια σημαντικό εργαλείο εταιρικής λογοδοσίας. Η ενσωμάτωση κλιματικών στόχων στα κίνητρα διοίκησης μπορούσε να επηρεάσει στρατηγικές αποφάσεις που σχετίζονται με επενδύσεις χαμηλών εκπομπών, ενεργειακή μετάβαση και διαχείριση κλιματικών κινδύνων. Η αποδυνάμωση αυτών των μηχανισμών εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο η βιωσιμότητα παραμένει στον πυρήνα της επιχειρησιακής στρατηγικής ή μετατοπίζεται σε επικοινωνιακό επίπεδο.
Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις τα ESG κριτήρια είχαν περιορισμένη βαρύτητα στο συνολικό πακέτο αποδοχών, γεγονός που μειώνει την πρακτική τους επιρροή στη λήψη αποφάσεων. Αυτό ανοίγει τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων μοντέλων και για το αν απαιτούνται πιο ουσιαστικά και μετρήσιμα κίνητρα για την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDGs).
Σε ένα μεταβαλλόμενο πολιτικό και επενδυτικό περιβάλλον, οι επιχειρήσεις φαίνεται να αναζητούν νέα ισορροπία μεταξύ χρηματοοικονομικών αποδόσεων, κανονιστικών πιέσεων και δεσμεύσεων για βιωσιμότητα. Η περίπτωση της Apple αναδεικνύει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη δεν εξαρτάται μόνο από τη διατύπωση στόχων, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αυτοί ενσωματώνονται στη δομή κινήτρων, στη διακυβέρνηση και στη στρατηγική λήψη αποφάσεων.

