Σημαντική ενίσχυση της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας του ηλεκτρικού συστήματος προσφέρουν οι τελευταίες βροχοπτώσεις, οι οποίες αύξησαν αισθητά τα αποθέματα νερού στους ταμιευτήρες των υδροηλεκτρικών σταθμών. Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο πίεσης, κατά την οποία το υδροηλεκτρικό δυναμικό κινούνταν σε χαμηλά επίπεδα, η εικόνα έχει πλέον βελτιωθεί ουσιαστικά, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη συμμετοχή των μονάδων αυτών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για ενίσχυση του «πράσινου» χαρακτήρα του ενεργειακού μίγματος.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, για το επταήμερο 11–18 Ιανουαρίου τα συνολικά αποθέματα στους ταμιευτήρες προσέγγισαν τις 2.450 Γιγαβατώρες, επίπεδο αυξημένο κατά 24% σε ετήσια βάση, καθώς την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους διαμορφώνονταν στις 1.970 Γιγαβατώρες. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί ουσιαστική βελτίωση της υδρολογικής εικόνας και ενισχύει τον ρόλο των υδροηλεκτρικών ως πυλώνα της βιώσιμης ενεργειακής μετάβασης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025 το διαθέσιμο υδροηλεκτρικό δυναμικό υπολειπόταν της τρέχουσας επίδοσης, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία των πρόσφατων καιρικών συνθηκών. Μάλιστα, το νέο κύμα βροχοπτώσεων που μεσολάβησε μετά την τελευταία καταγραφή εκτιμάται ότι έχει ενισχύσει περαιτέρω τα αποθέματα, ενδυναμώνοντας το ενεργειακό «μαξιλάρι» της χώρας.
Κρίσιμη συμπληρωματικότητα με τις ΑΠΕ
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μηνιαία σύγκριση, καθώς σε σχέση με το επταήμερο 7–14 Δεκεμβρίου, όταν τα αποθέματα κυμαίνονταν κοντά στις 1.900 Γιγαβατώρες, καταγράφεται αύξηση της τάξης του 29%. Η μεταβολή αυτή αλλάζει τις ισορροπίες στο ενεργειακό μίγμα, ενισχύοντας την ευελιξία του συστήματος και τη δυνατότητα ενσωμάτωσης μεγαλύτερων ποσοτήτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Τα υδροηλεκτρικά, χάρη στο χαμηλό μεταβλητό τους κόστος και την υψηλή ευελιξία λειτουργίας, αποτελούν βασικό εργαλείο βιώσιμης διαχείρισης του συστήματος. Μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στις μονάδες ορυκτών καυσίμων, ιδίως στις απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών μηδενίζεται και η ζήτηση παραμένει αυξημένη. Σε αυτές τις χρονικές ζώνες, τα υδροηλεκτρικά και τα αιολικά πάρκα αποτελούν τις κύριες διαθέσιμες «πράσινες» λύσεις, περιορίζοντας την ανάγκη ενεργοποίησης ακριβότερων και πιο ρυπογόνων θερμικών μονάδων.
Παράλληλα, η δυνατότητα ταχείας αυξομείωσης της παραγωγής επιτρέπει στα υδροηλεκτρικά να εξομαλύνουν τις αποκλίσεις της παραγωγής από ΑΠΕ, λειτουργώντας συμπληρωματικά σε ένα σύστημα που βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές.
Αυξημένη συμμετοχή και ενεργειακή ασφάλεια
Η βελτίωση των αποθεμάτων έχει ήδη αποτυπωθεί στη συμμετοχή των υδροηλεκτρικών στο ημερήσιο ενεργειακό μίγμα. Ενδεικτικά, στις 21 Ιανουαρίου το μερίδιό τους ανήλθε στο 19%, έναντι μόλις 6% την αντίστοιχη ημέρα του προηγούμενου έτους. Η αύξηση αυτή επιβεβαιώνει ότι η ενίσχυση του υδρολογικού δυναμικού μεταφράζεται άμεσα σε μεγαλύτερη αξιοποίηση καθαρής ενέργειας.
Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, η εξέλιξη αυτή προσφέρει πολύτιμο βαθμό ελευθερίας στον προγραμματισμό της παραγωγής, μειώνει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα πρόσθετο δίχτυ ασφαλείας απέναντι σε περιόδους υψηλής ζήτησης ή μειωμένης παραγωγής από άλλες ΑΠΕ.
Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα εικόνα αναδεικνύει εκ νέου τον κομβικό ρόλο των υδροηλεκτρικών στη βιώσιμη ενεργειακή ανάπτυξη: όχι μόνο ως ανανεώσιμη πηγή που συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών, αλλά και ως βασικό εργαλείο σταθεροποίησης των τιμών και θωράκισης του ηλεκτρικού συστήματος απέναντι στις αυξανόμενες διακυμάνσεις.

