Σημαντικές επενδύσεις ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ σε έργα δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS) δρομολογούνται το επόμενο διάστημα στην Ελλάδα, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο για τη βιώσιμη μετάβαση της βαριάς βιομηχανίας. Καθοριστικό βήμα αποτελεί η ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου, με το σχετικό νομοσχέδιο να ψηφίζεται εντός της εβδομάδας, καθώς και η ενεργοποίηση ευρωπαϊκών και εθνικών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Οι εξελίξεις αυτές βρέθηκαν στο επίκεντρο του Industrial Carbon Management Forum, του ευρωπαϊκού συνεδρίου για τη διαχείριση βιομηχανικών εκπομπών, που πραγματοποιείται στην Αθήνα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε συνεργασία με την ΕΔΕΥΕΠ. Στο πλαίσιο του συνεδρίου, υπεγράφη συμφωνία για τη χρηματοδότηση του έργου αποθήκευσης CO₂ που αναπτύσσει η EnEarth, θυγατρική της Energean, στον Πρίνο.
Το έργο προβλέπει τη μετατροπή του εξαντλημένου κοιτάσματος υδρογονανθράκων του Πρίνου σε υπόγεια αποθήκη διοξειδίου του άνθρακα, με χρηματοδότηση 120 εκατ. ευρώ από το Connecting Europe Facility (CEF). Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, στα μέσα του 2026 αναμένεται να πραγματοποιηθεί το market test, ενώ θα ακολουθήσουν γεωτρήσεις για την άντληση νερού και την εισπίεση CO₂.
Η υποδομή αυτή αποτελεί κρίσιμο κρίκο μιας ευρύτερης αλυσίδας έργων, που στοχεύει να δώσει λύση σε κλάδους υψηλής έντασης εκπομπών – όπως τα διυλιστήρια, η τσιμεντοβιομηχανία και τα χημικά – οι οποίοι, με τα σημερινά δεδομένα, δεν διαθέτουν ώριμες τεχνολογικές εναλλακτικές για την πλήρη απανθρακοποίησή τους. Ήδη, έργα δέσμευσης CO₂ από εταιρείες όπως οι ΤΙΤΑΝ, ΗΡΑΚΛΗΣ και Motor Oil έχουν ενταχθεί σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά σχήματα.
Κομβικό ρόλο στη λειτουργία του οικοσυστήματος CCUS διαδραματίζει και το έργο Apollo CO₂ του ΔΕΣΦΑ, το οποίο αφορά τη μεταφορά του δεσμευμένου διοξειδίου του άνθρακα από τις βιομηχανίες σε τερματικό σταθμό υγροποίησης στη Ρεβυθούσα και, στη συνέχεια, τη θαλάσσια μεταφορά του προς τον Πρίνο ή άλλες υπόγειες αποθήκες.
Ωστόσο, όπως ανέδειξε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, οι συνολικές βιομηχανικές εκπομπές της χώρας – που ανέρχονται σε περίπου 10 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως – υπερβαίνουν τη δυναμικότητα αποθήκευσης του Πρίνου (1 εκατ. τόνος στην πρώτη φάση και έως 2,8 εκατ. τόνοι σε πλήρη ανάπτυξη). Αυτό καθιστά αναγκαία τη διακρατική συνεργασία, όχι μόνο εντός της ΕΕ αλλά και με τρίτες χώρες.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα έχει ήδη υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με την Αίγυπτο, η οποία διαθέτει εκτιμώμενο δυναμικό αποθήκευσης της τάξης των 580 εκατ. τόνων CO₂, ενισχύοντας τη γεωστρατηγική διάσταση της ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής.
Σε χαιρετισμό του, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου υπογράμμισε τη σημασία του νέου νομοθετικού πλαισίου, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα εξελίσσεται σε πολυδιάστατο ενεργειακό κόμβο, που δεν περιορίζεται μόνο στη μεταφορά ενέργειας, αλλά επεκτείνεται και στη διαχείριση του άνθρακα.
Η ανάπτυξη των έργων CCS δεν αποτελεί πανάκεια για την κλιματική κρίση, αλλά συνιστά αναγκαίο συμπληρωματικό εργαλείο για τη μετάβαση της βιομηχανίας, ιδίως σε τομείς όπου η πλήρης απανθρακοποίηση παραμένει τεχνολογικά δύσκολη. Υπό προϋποθέσεις διαφάνειας, αυστηρής ρύθμισης και ευθυγράμμισης με τους κλιματικούς στόχους, τα έργα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα προς μια πιο βιώσιμη, ανταγωνιστική και ανθεκτική οικονομία.

