Τα συνταξιοδοτικά ταμεία στις χώρες του ΟΟΣΑ ενισχύουν με συνέπεια τις δημόσιες δεσμεύσεις τους για την κλιματική μετάβαση και τη μετάβαση σε μηδενικές εκπομπές. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά στη σύνθεση των επενδυτικών τους χαρτοφυλακίων αποκαλύπτει ότι η πραγματική εικόνα απέχει ακόμη σημαντικά από τους στόχους net zero, διατηρώντας υψηλή έκθεση σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας έκθεσης της Climate Policy Initiative (CPI), η οποία ανέλυσε τη στρατηγική και τις επενδυτικές επιλογές 594 συνταξιοδοτικών ταμείων σε χώρες του ΟΟΣΑ. Τα ταμεία αυτά διαχειρίζονται συνολικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 22,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, γεγονός που τα καθιστά κρίσιμους παίκτες για την κατεύθυνση της παγκόσμιας χρηματοδότησης.
Η μελέτη καταγράφει σαφή πρόοδο τα τελευταία πέντε χρόνια σε επίπεδο πολιτικών και διακυβέρνησης. Όλο και περισσότερα ταμεία υιοθετούν στόχους μείωσης εκπομπών, ενσωματώνουν την κλιματική αλλαγή στη διαχείριση κινδύνων και ενισχύουν τα πλαίσια διαφάνειας και λογοδοσίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιδόσεις τους είναι αντίστοιχες ή ακόμη και ανώτερες από εκείνες άλλων μεγάλων θεσμικών επενδυτών.
Παρά τη βελτίωση αυτή, η κατανομή των κεφαλαίων αφηγείται μια διαφορετική ιστορία. Σύμφωνα με την CPI, το 55% των επενδύσεων των συνταξιοδοτικών ταμείων στον ενεργειακό τομέα εξακολουθεί να κατευθύνεται σε εταιρείες που επεκτείνουν δραστηριότητες σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ μόλις το 38% αφορά επενδύσεις σε καθαρές μορφές ενέργειας. Το χάσμα αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα σενάρια καθαρής μηδενικής μετάβασης του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, τα οποία δεν προβλέπουν νέες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα.
Ακόμη και στις νέες επενδυτικές τοποθετήσεις, όπου παρατηρείται σχετική βελτίωση, περίπου το ένα τρίτο των κεφαλαίων που διοχετεύονται έμμεσα μέσω τραπεζών και επιχειρήσεων καταλήγει τελικά σε έργα που σχετίζονται με ορυκτά καύσιμα. Αν και οι επενδύσεις σε καθαρές και μεταβατικές τεχνολογίες υπερτερούν αριθμητικά, το συνολικό επενδυτικό μείγμα παραμένει ασύμβατο με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των διαχειριστών κεφαλαίων. Η έκθεση καταγράφει ότι αυξανόμενος αριθμός ευρωπαϊκών συνταξιοδοτικών ταμείων αξιοποιεί τη διαπραγματευτική ισχύ των εντολών του, επιβάλλοντας αυστηρότερα κριτήρια ESG. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ταμεία προχωρούν ακόμη και σε διακοπή συνεργασιών με διαχειριστές που κρίνουν ότι δεν ευθυγραμμίζονται επαρκώς με τους κλιματικούς στόχους. Σύμφωνα με την CPI, αυτή η τάση αποτελεί έναν από τους πιο αποτελεσματικούς μοχλούς για την αλλαγή της συμπεριφοράς της πραγματικής οικονομίας.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, τα συμπεράσματα της μελέτης έχουν ιδιαίτερη σημασία. Καθώς η πράσινη χρηματοδότηση και οι βιώσιμες επενδύσεις αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο βάρος, η ευθυγράμμιση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων με αξιόπιστες και μετρήσιμες κλιματικές στρατηγικές καθίσταται κρίσιμη, τόσο για τη μακροπρόθεσμη απόδοση των επενδύσεων όσο και για τη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης.
Η CPI καταλήγει ότι οι στόχοι και οι δημόσιες δεσμεύσεις δεν επαρκούν από μόνες τους. Χωρίς ουσιαστική ανακατεύθυνση κεφαλαίων και αυστηρότερη εποπτεία των επενδυτικών επιλογών, τα συνταξιοδοτικά ταμεία κινδυνεύουν να παραμείνουν εκτεθειμένα σε κλιματικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους που θα επηρεάσουν καθοριστικά τις αποδόσεις των επόμενων δεκαετιών.

