Οι απεργιακές κινητοποιήσεις των οδηγών ταξί που βρίσκονται σε εξέλιξη αποτελούν κάτι περισσότερο από μια κλασική εργασιακή διεκδίκηση. Φέρνουν στο προσκήνιο ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της εποχής: πώς μπορεί να προχωρήσει η πράσινη μετάβαση χωρίς να υπονομεύεται η οικονομική βιωσιμότητα επαγγελματικών κλάδων που στηρίζουν την καθημερινή λειτουργία της οικονομίας.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν αμφισβητείται ως στόχος. Αμφισβητείται, όμως, ο τρόπος και ο ρυθμός εφαρμογής της, όταν αυτοί αγνοούν τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και των υποδομών.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σχεδόν το 28% των εγχώριων εκπομπών CO₂ προέρχεται από τις οδικές μεταφορές. Πρόκειται για ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό, που δεν εξηγείται μόνο από την αυξημένη χρήση ΙΧ, αλλά από τη συνολική δομή της ελληνικής οικονομίας.
Ο τουρισμός, το εμπόριο και οι υπηρεσίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις οδικές μετακινήσεις. Το 2025, περισσότερα από 37 εκατομμύρια επισκέπτες κινήθηκαν εντός της χώρας, με τα ταξί να αποτελούν βασικό κρίκο στη μεταφορά από αεροδρόμια και λιμάνια προς αστικά και τουριστικά κέντρα. Η συμβολή του κλάδου στην οικονομική δραστηριότητα είναι, συνεπώς, κρίσιμη.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η νομοθετική πρόβλεψη που ορίζει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2026 κάθε νέα ταξινόμηση ταξί θα αφορά αποκλειστικά ηλεκτρικό όχημα. Η ρύθμιση αυτή μεταφράζεται, πρακτικά, στην υποχρεωτική αντικατάσταση περίπου 270 ταξί εντός του 2026, ενώ έως το τέλος του 2027 αναμένεται να ακολουθήσουν επιπλέον εκατοντάδες.
Για την Πολιτεία, το μέτρο εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό απανθρακοποίησης των μεταφορών. Για τους επαγγελματίες οδηγούς, ωστόσο, σηματοδοτεί έναν απότομο μετασχηματισμό, χωρίς – όπως υποστηρίζουν – τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες.
Οι ενστάσεις του κλάδου δεν περιορίζονται στην αρχική τιμή αγοράς ενός ηλεκτρικού οχήματος. Αγγίζουν τρία κρίσιμα επίπεδα:
Πρώτον, τη λειτουργικότητα. Η σημερινή αυτονομία των ηλεκτρικών οχημάτων και η περιορισμένη διαθεσιμότητα ταχυφορτιστών δυσκολεύουν την εκτέλεση μακρινών διαδρομών και καθιστούν πρακτικά ανέφικτη τη διπλή βάρδια, που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του επαγγέλματος.
Δεύτερον, το κόστος συντήρησης και ασφάλισης. Οι υψηλές τιμές ανταλλακτικών, οι καθυστερήσεις στην επισκευή και η περιορισμένη διάθεση μεικτής ασφάλισης δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για τον επαγγελματία.
Τρίτον, την ωριμότητα των υποδομών. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, το δίκτυο φόρτισης παραμένει άνισα κατανεμημένο, ιδιαίτερα εκτός μεγάλων αστικών κέντρων.
Πράσινη μετάβαση χωρίς «δίκαιη μετάβαση»;
Η σύγκρουση που παρατηρείται στον κλάδο των ταξί αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του κινδύνου μιας μετάβασης που επικεντρώνεται στους περιβαλλοντικούς στόχους, παραμελώντας τις κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις.
Σε όρους βιώσιμης ανάπτυξης και ESG, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη μείωση των εκπομπών. Αφορά την κοινωνική συνοχή, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τη δυνατότητα των επαγγελματιών να παραμείνουν ενεργοί και παραγωγικοί σε ένα νέο, πιο «πράσινο» μοντέλο.
Χωρίς ουσιαστική συνδιαμόρφωση πολιτικών, επαρκή μεταβατικά εργαλεία και προσαρμογή των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων στην ελληνική πραγματικότητα, η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να εκληφθεί ως επιβαλλόμενο κόστος και όχι ως κοινό όφελος.
Η υπόθεση των ταξί καταδεικνύει ότι η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης δεν κρίνεται μόνο στους δείκτες εκπομπών, αλλά και στην αποδοχή της από την κοινωνία. Ένα βιώσιμο μοντέλο απαιτεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, στο οποίο ο πολίτης και ο επαγγελματίας δεν λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες πολιτικών, αλλά ως συμμέτοχοι.
Χωρίς αυτή τη βάση, καμία πράσινη πολιτική – όσο αναγκαία και αν είναι – δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς τριγμούς.

