Η ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελεί πλέον μόνο τεχνολογική πρόκληση. Μετατρέπεται σταδιακά σε ενεργειακό και πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής για την Ευρώπη, καθώς η λειτουργία των data centers και των υπολογιστικών υποδομών AI αυξάνει δραστικά τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με νέα μελέτη της Schneider Electric, ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη θα διαχειριστεί αυτή τη μετάβαση θα καθορίσει όχι μόνο την τεχνολογική της ανταγωνιστικότητα, αλλά και την ικανότητά της να παραμείνει εντός των κλιματικών της στόχων.
Η έκθεση «AI & Energy in Europe» εξετάζει τέσσερα εναλλακτικά σενάρια έως το 2030, με βάση διαφορετικά επίπεδα ρύθμισης και επενδύσεων στις ενεργειακές υποδομές. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν το εύρος των επιλογών – αλλά και των κινδύνων.
Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από εφαρμογές AI θα μπορούσε να περιοριστεί στις 45 TWh σε ένα σενάριο συγκρατημένης ανάπτυξης, να φτάσει τις 90 TWh μέσω συντονισμένης και βιώσιμης επέκτασης ή να εκτοξευθεί στις 145 TWh σε περίπτωση ανεξέλεγκτης ανάπτυξης των data centers. Ένα τέταρτο, ενδιάμεσο σενάριο, περιγράφει μια ασταθή πορεία με διαδοχικές ενεργειακές πιέσεις και προσωρινές ανακάμψεις.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή τροχιά του AI δεν είναι προδιαγεγραμμένη, αλλά εξαρτάται άμεσα από τις πολιτικές και επενδυτικές αποφάσεις της επόμενης πενταετίας.
Η μελέτη καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Κράτη με χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα στο ενεργειακό τους μείγμα και με ανεπτυγμένες δυνατότητες ευελιξίας — όπως αποθήκευση ενέργειας, μετατόπιση φορτίων και εφεδρική παραγωγή — μπορούν να απορροφήσουν την ανάπτυξη του AI χωρίς σημαντική αύξηση εκπομπών.
Αντίθετα, ενεργειακά συστήματα που εξακολουθούν να βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα βλέπουν τη ζήτηση του AI να μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε υψηλότερες εκπομπές, ακόμη και όταν εφαρμόζονται αυστηρά πρότυπα ενεργειακής απόδοσης.
Οι τρεις πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης του AI
Η Schneider Electric υπογραμμίζει ότι η βιώσιμη ενσωμάτωση του AI απαιτεί ταυτόχρονη πρόοδο σε τρία επίπεδα:
Υποδομές πριν από τη ζήτηση, με επιτάχυνση των επενδύσεων σε σταθερή και ευέλικτη ηλεκτρική ισχύ και σε σύγχρονα δίκτυα.
Προσαρμοστική ρύθμιση, που θα λαμβάνει υπόψη την πραγματική επάρκεια του συστήματος και θα επιτρέπει δυναμικές συνδέσεις των φορτίων AI.
Επιτάχυνση της απανθρακοποίησης, ώστε τα data centers να ενσωματώνονται σε ενεργειακά συστήματα χαμηλών εκπομπών, με κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα απόδοσης.
Όπως σημειώνει ο Laurent Bataille, η Ευρώπη σήμερα φιλοξενεί λιγότερο από το 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής υποδομής, ποσοστό δυσανάλογα χαμηλό σε σχέση με το μερίδιό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Αυτό, ωστόσο, μπορεί να λειτουργήσει και ως πλεονέκτημα.
Η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, η απλοποίηση της σύνδεσης με τα δίκτυα και οι επενδύσεις σε καθαρή ηλεκτρική ενέργεια θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην Ευρώπη να συνδυάσει την ψηφιακή της φιλοδοξία με την κλιματική της στρατηγική.
Όπως επισημαίνει ο Rémi Paccou, η ενεργειακή κατεύθυνση του AI καθορίζεται από επιλογές σε τεχνολογία, ρύθμιση και υποδομές. Σε όρους βιώσιμης ανάπτυξης και ESG, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η καινοτομία, αλλά η ποιότητα της ανάπτυξης αυτής.
Η περίπτωση του AI αποδεικνύει ότι η ψηφιακή μετάβαση και η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά. Αντίθετα, αποτελούν δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής πρόκλησης για την Ευρώπη.

