Οι δασικές πυρκαγιές δεν αποτελούν πλέον μόνο περιβαλλοντική απειλή. Εξελίσσονται σε έναν από τους ταχύτερα αυξανόμενους οικονομικούς κινδύνους παγκοσμίως, με σημαντικές επιπτώσεις στους δημόσιους προϋπολογισμούς, στις ασφαλιστικές αγορές και στη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή προοπτική ολόκληρων περιοχών.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του World Economic Forum, οι οικονομικές απώλειες από πυρκαγιές αυξάνονται με ρυθμό ταχύτερο από την ικανότητα των κρατών και των αγορών να τις απορροφήσουν. Παρά ταύτα, η παγκόσμια πολιτική διαχείρισης εξακολουθεί να εστιάζει κυρίως στην καταστολή και την αποκατάσταση, αφήνοντας την πρόληψη στο περιθώριο.
Τα πρόσφατα δεδομένα είναι ενδεικτικά της κλίμακας του προβλήματος. Το 2024, η απώλεια δενδρώδους κάλυψης στον Αμαζόνιο αυξήθηκε κατά 110% σε ετήσια βάση, με τις πυρκαγιές να ευθύνονται για περίπου το 60% της καταστροφής. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πυρκαγιές στην Καλιφόρνια στις αρχές του 2025 οδήγησαν σε ασφαλισμένες ζημιές που εκτιμώνται στα 40 δισ. δολάρια, καταγράφοντας μία από τις ακριβότερες φυσικές καταστροφές των τελευταίων δεκαετιών.
Παρά τα μεγέθη αυτά, πάνω από το 50% των δημόσιων δαπανών που σχετίζονται με τις πυρκαγιές κατευθύνεται διεθνώς σε επιχειρήσεις καταστολής και αποκατάστασης. Αντίθετα, η πρόληψη απορροφά μόλις περίπου το 0,2% των συνολικών κονδυλίων, γεγονός που αποτυπώνει μια βαθιά ανισορροπία στη διαχείριση του κινδύνου.
Η μελέτη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ αναδεικνύει ότι η επένδυση στην ανθεκτικότητα δεν είναι απλώς περιβαλλοντική επιλογή, αλλά οικονομικά αποδοτική στρατηγική. Ενδεικτικά, κάθε 1 δολάριο που επενδύεται σε πυροανθεκτικές κατασκευές μπορεί να αποτρέψει μελλοντικές απώλειες έως και 210 δολαρίων.
Αντίστροφα, η βραχυπρόθεσμη εξοικονόμηση πόρων εις βάρος της πρόληψης ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλειες άνω των 22 δολαρίων σε μελλοντική οικονομική δραστηριότητα για κάθε 1 δολάριο που δεν επενδύεται εγκαίρως. Το κόστος, με άλλα λόγια, δεν εξαφανίζεται — απλώς μετατίθεται και πολλαπλασιάζεται.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις λεγόμενες λύσεις που βασίζονται στη φύση (nature-based solutions). Η ενεργή διαχείριση δασών, οι ελεγχόμενες καύσεις και η αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων συμβάλλουν στη μείωση της έντασης και της εξάπλωσης των πυρκαγιών, περιορίζουν τις εκπομπές καπνού και δημιουργούν παράλληλα οφέλη για τη βιοποικιλότητα και τους υδατικούς πόρους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να αποτιμηθούν και ως αποφυγή εκπομπών CO₂, εφόσον υπάρχουν αξιόπιστα συστήματα μέτρησης και παρακολούθησης, ενισχύοντας τη σύνδεσή τους με τους κλιματικούς στόχους.
Ο ρόλος της τεχνολογίας στην έγκαιρη παρέμβαση
Η τεχνολογία καταγράφεται ως κρίσιμος πολλαπλασιαστής αποτελεσματικότητας. Συστήματα έγκαιρης ανίχνευσης που αξιοποιούν δορυφορικά δεδομένα, αισθητήρες, κάμερες και τεχνητή νοημοσύνη έχουν μειώσει σε πιλοτικές εφαρμογές τον χρόνο εντοπισμού πυρκαγιών κατά περισσότερα από 20 λεπτά.
Σε συγκεκριμένες περιοχές, η χρήση τέτοιων εργαλείων συσχετίστηκε με μείωση των καμένων εκτάσεων έως και 40% σε σύγκριση με προηγούμενα έτη, αποδεικνύοντας ότι η ταχύτητα παρέμβασης μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε οικονομική και περιβαλλοντική εξοικονόμηση.
Για τη Μεσόγειο και ειδικότερα για την Ελλάδα, τα συμπεράσματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο συνδυασμός κλιματικής αλλαγής, παρατεταμένων περιόδων ξηρασίας και αυξημένης οικιστικής πίεσης κοντά σε δασικές εκτάσεις τοποθετεί τη χώρα στις περιοχές υψηλού κινδύνου.
Οι μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ετών έχουν επιφέρει σημαντικό οικονομικό κόστος, επηρεάζοντας τον τουρισμό, τις τοπικές υποδομές και τα δημόσια οικονομικά. Την ίδια στιγμή, η αποκατάσταση απορροφά ετησίως πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε προληπτικές παρεμβάσεις με μακροπρόθεσμο όφελος.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι σαφές: η μετατόπιση πόρων από την καταστολή προς την πρόληψη και την ανθεκτικότητα αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τον περιορισμό μελλοντικών απωλειών.
Η υιοθέτηση κοινών προτύπων πυροανθεκτικής δόμησης, η σύνδεση της πρόληψης με ασφαλιστικά και χρηματοδοτικά κίνητρα, καθώς και η κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων για τη διαχείριση δασών συνθέτουν ένα πιο βιώσιμο και οικονομικά ορθολογικό μοντέλο διαχείρισης του κινδύνου πυρκαγιών.
Σε έναν κόσμο αυξανόμενων κλιματικών απειλών, η πρόληψη παύει να είναι κόστος. Μετατρέπεται σε επένδυση ανθεκτικότητας — με μετρήσιμα οφέλη για την οικονομία, το περιβάλλον και την κοινωνία.

