Τα κράτη-μέλη της European Union ενέκριναν τον νέο ενδιάμεσο κλιματικό στόχο για το 2040, ο οποίος προβλέπει μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Με την τελική αυτή απόφαση, ο στόχος ενσωματώνεται πλέον στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και αποκτά δεσμευτικό χαρακτήρα για τα κράτη-μέλη.
Η συμφωνία προέκυψε έπειτα από εκτεταμένες διαπραγματεύσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και του European Parliament και θεωρείται μία από τις πιο φιλόδοξες διεθνώς σε επίπεδο κλιματικής πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει με τον τρόπο αυτό να διατηρήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια προσπάθεια περιορισμού της κλιματικής αλλαγής, θέτοντας στόχους που σε αρκετές περιπτώσεις υπερβαίνουν τις δεσμεύσεις άλλων μεγάλων οικονομιών, όπως η China.
Σύμφωνα με το σχέδιο που εγκρίθηκε, οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες καλούνται να μειώσουν τις εκπομπές τους περίπου κατά 85% έως το 2040 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Το υπόλοιπο ποσοστό θα επιτευχθεί μέσω διεθνών πιστώσεων άνθρακα, οι οποίες επιτρέπουν τη χρηματοδότηση έργων μείωσης εκπομπών σε αναπτυσσόμενες χώρες. Με τον τρόπο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορεί να συνυπολογίζει τις μειώσεις που επιτυγχάνονται εκτός των συνόρων της για την επίτευξη του συνολικού στόχου.
Η υιοθέτηση του στόχου αποτέλεσε αποτέλεσμα πολιτικού συμβιβασμού, καθώς τα κράτη-μέλη εμφανίστηκαν διχασμένα ως προς το εύρος και το κόστος των νέων μέτρων. Ορισμένες χώρες, όπως η Spain, υποστήριξαν την ανάγκη για πιο φιλόδοξες πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, επικαλούμενες τις αυξανόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως οι παρατεταμένες ξηρασίες και οι δασικές πυρκαγιές. Αντίθετα, άλλα κράτη —μεταξύ των οποίων η Poland και η Italy— εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με το οικονομικό κόστος της ενεργειακής μετάβασης για τη βιομηχανία και τις εθνικές οικονομίες.
Στην τελική ψηφοφορία, χώρες όπως η Czech Republic, η Slovakia, η Poland και η Hungary καταψήφισαν την πρόταση, γεγονός που αποτυπώνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών-μελών απέναντι στις πολιτικές απανθρακοποίησης.
Παράλληλα, στο πλαίσιο της συμφωνίας αποφασίστηκε να εξεταστεί στο μέλλον η δυνατότητα χρήσης διεθνών πιστώσεων άνθρακα για επιπλέον ποσοστό έως 5% των μειώσεων εκπομπών. Επιπλέον, συμφωνήθηκε η καθυστέρηση κατά ένα έτος της εφαρμογής ενός νέου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας άνθρακα, το οποίο αναμένεται πλέον να τεθεί σε λειτουργία το 2028.
Ο στόχος του 2040 αποτελεί ενδιάμεσο σταθμό για την υλοποίηση της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η επίτευξή του συνδέεται άμεσα με την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς προϋποθέτει τον μετασχηματισμό των ενεργειακών συστημάτων, την ενίσχυση των τεχνολογιών καθαρής ενέργειας και τη μετάβαση προς ένα οικονομικό μοντέλο χαμηλών εκπομπών άνθρακα.

