Περίπου 2.060 επαγγελματικά αλιευτικά σκάφη δραστηριοποιούνται στην Κεντρική Μακεδονία, την ώρα που αρκετές από τις υποδομές ελλιμενισμού αντιμετωπίζουν προβλήματα συντήρησης και επάμμωσης. Αμφίπολη και Ασπροβάλτα είναι σήμερα μη λειτουργικές, ενώ το κόστος των απαραίτητων παρεμβάσεων αναδεικνύει μια λιγότερο ορατή αλλά κρίσιμη πλευρά της βιώσιμης αλιείας: χωρίς ασφαλείς και ανθεκτικές λιμενικές υποδομές δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη παράκτια οικονομία. Επικολλημένο markdown
Περισσότερα από 2.000 επαγγελματικά αλιευτικά σκάφη καλούνται να εξυπηρετήσουν τα αλιευτικά καταφύγια και οι υπόλοιπες λιμενικές υποδομές της Κεντρικής Μακεδονίας, σε μια περιοχή με σημαντική δραστηριότητα στην παράκτια και μέση αλιεία αλλά και στην οστρακοκαλλιέργεια.
Η εικόνα των υποδομών, ωστόσο, δεν είναι παντού η ίδια.
Ορισμένα αλιευτικά καταφύγια λειτουργούν σε ανεκτή κατάσταση, άλλα βρίσκονται σε φάση κατασκευής ή σχεδιασμού, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η συσσώρευση άμμου στα στόμια έχει καταστήσει τις εγκαταστάσεις μη λειτουργικές.
Σύμφωνα με τον ιχθυολόγο-βιολόγο και τέως γενικό διευθυντή της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Απόστολο Γιάντση, σημαντικά προβλήματα εντοπίζονται στις απαμμώσεις και στη συντήρηση εγκαταστάσεων, σε μεγάλο βαθμό λόγω περιορισμένων οικονομικών πόρων.
Περίπου 2.060 επαγγελματικά αλιευτικά σκάφη
Τα μεγέθη δείχνουν τη σημασία των συγκεκριμένων υποδομών για την τοπική οικονομία.
Στην Κεντρική Μακεδονία υπολογίζονται περίπου 2.060 επαγγελματικά αλιευτικά σκάφη. Από αυτά, τα 890 βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη, τα 775 στη Χαλκιδική, τα 322 στην Πιερία, τα 40 στις Σέρρες και τα 30 στην Ημαθία.
Παράλληλα, στην Περιφέρεια υπάρχουν περίπου 2.500 σκάφη ερασιτεχνικής αλιείας και αναψυχής. Τα αλιευτικά καταφύγια της Κεντρικής Μακεδονίας υπολογίζονται σε περίπου 15, χωρίς όμως να είναι όλα λειτουργικά. Τα καταφύγια σε Αμφίπολη και Ασπροβάλτα δεν λειτουργούν λόγω επαμμώσεων, ενώ στη Νέα Κρήνη και στον Νέο Μαρμαρά βρίσκονται σε εξέλιξη ή δρομολογούνται έργα. Το πρόβλημα της άμμου που «κλείνει» τα λιμάνια
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα είναι η μεταφορά και συσσώρευση άμμου και άλλων φερτών υλικών στα στόμια εισόδου.
Το φαινόμενο δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα. Όταν ένα στόμιο γίνει πολύ ρηχό, περιορίζεται η πρόσβαση των σκαφών, αυξάνεται ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιών στις καρίνες και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, μια λιμενική εγκατάσταση μπορεί ουσιαστικά να τεθεί εκτός λειτουργίας.
Χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τον κ. Γιάντση, για την απάμμωση του στόμιου εισόδου της Νέας Μηχανιώνας απαιτούνται περίπου 220.000 ευρώ, ενώ πριν από τέσσερα χρόνια είχαν διατεθεί από την Περιφέρεια 800.000 ευρώ για αντίστοιχη παρέμβαση στις εκβολές του Λουδία. Στη Μηχανιώνα, όπως αναφέρει, η απομάκρυνση των φερτών υλικών χρειάζεται να πραγματοποιείται περίπου κάθε πέντε με έξι χρόνια και στον Λουδία κάθε επτά με οκτώ χρόνια.
Αμφίπολη και Ασπροβάλτα εκτός λειτουργίας
Ιδιαίτερα έντονο εμφανίζεται το πρόβλημα στην Αμφίπολη και στην Ασπροβάλτα.
Στην Ασπροβάλτα το αλιευτικό καταφύγιο χαρακτηρίζεται μη λειτουργικό λόγω ολικής επάμμωσης.
Αντίστοιχα, στην Αμφίπολη το στόμιο εισόδου έχει κλείσει εδώ και χρόνια από φερτά θαλάσσια υλικά. Ως αποτέλεσμα, τα σκάφη αναγκάζονται να προσορμίζονται σε φυσικά προστατευόμενα σημεία στα Κερδύλια. Όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο ασφαλές καταφύγιο, οι αλιείς μπορεί να χρειαστεί να αγκυροβολούν αρόδο ή να αναζητούν φυσικά προστατευμένους όρμους, λύσεις όμως που δεν παρέχουν την ίδια προστασία απέναντι σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Το νέο αλιευτικό καταφύγιο στον Νέο Μαρμαρά
Μία σημαντική παρέμβαση για τη Χαλκιδική βρίσκεται στον Νέο Μαρμαρά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ρεπορτάζ, το υφιστάμενο λιμάνι είναι ημιτελές και βρίσκεται σε στοιχειώδη λειτουργική κατάσταση, όμως δρομολογείται η υλοποίηση του νέου αλιευτικού καταφυγίου.
Για τις 6 Οκτωβρίου προβλέπεται η υπογραφή της σύμβασης με τον ανάδοχο από τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα, ώστε να ακολουθήσουν η θεμελίωση και η έναρξη των εργασιών.
Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 17,7 εκατ. ευρώ, με χρηματοδότηση κυρίως από το ΕΣΠΑ 2021-2027.
Ο χάρτης της Χαλκιδικής
Η Χαλκιδική διαθέτει ένα εκτεταμένο δίκτυο μικρότερων και μεγαλύτερων λιμενικών εγκαταστάσεων.
Σε Ολυμπιάδα, Πυργαδίκια και Αμμουλιανή λειτουργούν μικρά λιμάνια για παράκτια αλιευτικά, ερασιτεχνική αλιεία και σκάφη αναψυχής. Σε Ιερισσό, Νέα Ρόδα, Συκιά, Σκιώνη και Καλλικράτεια οι εγκαταστάσεις εξυπηρετούν επίσης επαγγελματικά σκάφη παράκτιας και μέσης αλιείας. Στα Νέα Μουδανιά βρίσκεται το μεγαλύτερο λιμάνι της Χαλκιδικής και, σύμφωνα με τα στοιχεία του ρεπορτάζ, το δεύτερο σε εμπορική διακίνηση στην Κεντρική Μακεδονία μετά τη Θεσσαλονίκη, με εμπορικό, τουριστικό και αλιευτικό τμήμα
Πιερία: Μεθώνη, Κίτρος, Πλαταμώνας και Λιτόχωρο
Στην Πιερία, το αλιευτικό καταφύγιο της Μεθώνης βρίσκεται σε ανεκτή λειτουργική κατάσταση και εξυπηρετεί μεταξύ άλλων σκάφη οστρακοκαλλιέργειας και παράκτιας αλιείας. Λιμενικές υποδομές υπάρχουν επίσης στο Κίτρος, στην Παραλία Κατερίνης, στον Πλαταμώνα και στο Λιτόχωρο. Από αυτές, το Κίτρος εξυπηρετεί και σκάφη οστρακοκαλλιέργειας.
Τα αλιευτικά καταφύγια ως υποδομές βιώσιμης ανάπτυξης
Για το Viosimi.gr, το θέμα αναδεικνύει μια πλευρά της βιώσιμης αλιείας που συχνά παραμένει μακριά από τη δημόσια συζήτηση.
Δεν αρκεί να συζητάμε για τα αλιευτικά αποθέματα, τις περιόδους αλιείας ή την προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Χρειάζονται και λειτουργικές, ασφαλείς και ανθεκτικές υποδομές για τους ανθρώπους που εργάζονται στη θάλασσα.
Προβλήτες, δέστρες, ηλεκτροδότηση, ύδρευση, φωτισμός, καθαριότητα και τακτικές απαμμώσεις αποτελούν βασικές υποδομές μιας παράκτιας παραγωγικής δραστηριότητας. Το ίδιο ισχύει για τη σωστή διαχείριση των λιμένων και τον προγραμματισμό της συντήρησής τους.
Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τον SDG 9 για ανθεκτικές υποδομές, τον SDG 8 για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και εργασία και τον SDG 14 για τη βιώσιμη αξιοποίηση των θαλάσσιων πόρων.
Από την επισκευή όταν εμφανιστεί το πρόβλημα στην προληπτική συντήρηση
Η μεγάλη πρόκληση είναι να περάσει η διαχείριση των αλιευτικών καταφυγίων από τη λογική της έκτακτης επέμβασης σε έναν σταθερό κύκλο πρόληψης, παρακολούθησης και συντήρησης.
Όταν είναι γνωστό ότι συγκεκριμένα στόμια χρειάζονται απαμμώσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μπορεί να υπάρχει αντίστοιχος μακροχρόνιος προγραμματισμός χρηματοδότησης και τεχνικών παρεμβάσεων.
Γιατί ένα αλιευτικό καταφύγιο δεν είναι απλώς ένα σημείο όπου «δένουν» οι βάρκες.
Είναι κρίκος μιας ολόκληρης τοπικής αλυσίδας αξίας που ξεκινά από τον επαγγελματία αλιέα και φτάνει στην ιχθυαγορά, στην εστίαση, στο εμπόριο και τελικά στον καταναλωτή.
Η βιωσιμότητα της αλιείας αρχίζει ασφαλώς μέσα στη θάλασσα, με την προστασία των αποθεμάτων και των οικοσυστημάτων. Συνεχίζεται όμως στη στεριά, με τις υποδομές που επιτρέπουν στους ανθρώπους της θάλασσας να εργάζονται με ασφάλεια και να κρατούν ζωντανές τις παράκτιες οικονομίες.

