Σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ενεργειακών αναταράξεων, η ελληνική κυβέρνηση καλείται να διαμορφώσει ένα νέο πλέγμα μέτρων στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν άμεσα τις τιμές της ενέργειας, δημιουργώντας πιέσεις τόσο στον κρατικό προϋπολογισμό όσο και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Βασικό «όπλο» για τη χρηματοδότηση των νέων παρεμβάσεων αποτελεί το πρωτογενές υπερπλεόνασμα του 2025, το οποίο εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 5%, δημιουργώντας δημοσιονομικό χώρο περίπου 2,8 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των πόρων δεν είναι απλή υπόθεση, καθώς οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες θέτουν σαφή όρια στις κρατικές δαπάνες, ακόμη και σε περιόδους υπεραπόδοσης των εσόδων.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής —που θα επέτρεπε μεγαλύτερη ευελιξία στις δαπάνες— δεν βρίσκεται στο τραπέζι, καθώς δεν πληρούνται τα κριτήρια γενικευμένης ύφεσης. Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκρίνει την αξιοποίηση υφιστάμενων εργαλείων, όπως η «Δέσμη για την Ενέργεια των Πολιτών» και η μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα που εξετάζονται επικεντρώνονται σε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις: επιδόματα εισοδήματος, ενεργειακά κουπόνια για ευάλωτα νοικοκυριά, κοινωνικά τιμολόγια, καθώς και φορολογικές ελαφρύνσεις σε επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή αυτονομία, όπως φωτοβολταϊκά στις στέγες, αντλίες θερμότητας και ηλιακοί θερμοσίφωνες. Πρόκειται για παρεμβάσεις που δεν περιορίζονται μόνο στην ανακούφιση από το κόστος, αλλά συνδέονται και με τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο.
Καθοριστικός παράγοντας για το εύρος των μέτρων θα είναι η συμφωνία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς σχετικά με το ποιο μέρος του υπερπλεονάσματος έχει μόνιμα χαρακτηριστικά. Μετά από αυτή τη συμφωνία, το οικονομικό επιτελείο θα κληθεί να κατανείμει τους πόρους μεταξύ άμεσης στήριξης, δημοσιονομικής «εφεδρείας» λόγω αβεβαιότητας και ευρύτερων παρεμβάσεων, όπως φοροελαφρύνσεις και ενισχύσεις εισοδήματος.
Την ίδια στιγμή, οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία παραμένουν συγκρατημένες. Στο βασικό σενάριο, η ανάπτυξη εκτιμάται στο 1,8% για το 2026, με τον πληθωρισμό κοντά στο 3,5% και την ανεργία στο 8,5%. Σε περίπτωση επιδείνωσης της διεθνούς κατάστασης, η ανάπτυξη μπορεί να περιοριστεί περαιτέρω, ενώ ο πληθωρισμός ενδέχεται να αυξηθεί έως και το 4,5%. Αντίθετα, ένα θετικό σενάριο —με σταθεροποίηση των τιμών ενέργειας και ενίσχυση του τουρισμού— θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανάπτυξη άνω του 2%.
Η ενεργειακή κρίση αναδεικνύει την ανάγκη για μια νέα ισορροπία μεταξύ άμεσης οικονομικής στήριξης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας. Τα μέτρα που θα επιλεγούν δεν θα πρέπει μόνο να ανακουφίζουν προσωρινά τα νοικοκυριά, αλλά και να ενισχύουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.
Σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, η πρόκληση για την Ελλάδα —όπως και για την Ευρώπη συνολικά— είναι διπλή: να προστατεύσει την κοινωνία από τις επιπτώσεις της ακρίβειας και ταυτόχρονα να επιταχύνει τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο, ενεργειακά αυτόνομο μέλλον.

