Έκθεση της EIOPA προειδοποιεί ότι η ακραία ζέστη μετατρέπεται από περιβαλλοντικό πρόβλημα σε κίνδυνο για υγεία, οικονομία, ασφάλιση και συντάξεις – Πάνω από 120.000 θάνατοι ετησίως από τη ζέστη έως τα μέσα του αιώνα σε σενάρια ανεπαρκούς προσαρμογής
Οι καύσωνες εξελίσσονται σε μία από τις σοβαρότερες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής για την Ευρώπη, με τις επιπτώσεις τους να ξεπερνούν πλέον τα όρια της περιβαλλοντικής πολιτικής και να αγγίζουν άμεσα τη δημόσια υγεία, την οικονομία, τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά συστήματα.
Νέα έκθεση της European Insurance and Occupational Pensions Authority (EIOPA) καταγράφει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα: η ακραία ζέστη αποτελεί ήδη τον κυρίαρχο κλιματικό κίνδυνο για τη ζωή και την ανθρώπινη υγεία στην Ευρώπη.
Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι το 97% των θανάτων που συνδέονται με ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα στην ΕΕ-27 από το 1980 αποδίδεται στους καύσωνες.
Οι πλημμύρες και οι καταιγίδες μπορεί να κυριαρχούν συχνά στις εικόνες φυσικών καταστροφών και στις συζητήσεις για τις υλικές ζημιές, όμως όταν το ζήτημα είναι η ανθρώπινη ζωή, η ακραία ζέστη βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο.
Η Ευρώπη θερμαίνεται ταχύτερα
Η EIOPA επισημαίνει ότι η Ευρώπη είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος, με την άνοδο των θερμοκρασιών να αυξάνει συνεχώς την έκθεση των πολιτών σε θερμικό στρες.
Οι συνέπειες, ωστόσο, δεν κατανέμονται ισότιμα.
Μεγαλύτερη ευαλωτότητα παρουσιάζουν οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά, οι άνθρωποι με προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας, αλλά και συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες που εκτίθενται περισσότερο σε υψηλές θερμοκρασίες.
Το ζήτημα επομένως αποκτά και έντονη κοινωνική διάσταση, καθώς η δυνατότητα προσαρμογής ενός ανθρώπου ή ενός νοικοκυριού στη ζέστη εξαρτάται και από το εισόδημα, τις συνθήκες κατοικίας και εργασίας και την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.
Πάνω από 50.000 θάνατοι τον χρόνο
Για την περίοδο 2022-2024, η ετήσια θνησιμότητα που σχετίζεται με τη ζέστη εκτιμάται σε περισσότερους από 50.000 ανθρώπους σε 32 ευρωπαϊκές χώρες.
Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι προβολές για τις επόμενες δεκαετίες.
Σε σενάρια ανεπαρκούς προσαρμογής, οι ετήσιοι θάνατοι που συνδέονται με την ακραία ζέστη στην Ευρώπη θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τους 120.000 έως τα μέσα του αιώνα.
Η EIOPA επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι συγκεκριμένες προβολές εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τις κλιματικές, δημογραφικές και κοινωνικές παραδοχές που χρησιμοποιούνται.
Τι θα σήμαινε ένας καύσωνας τύπου 2003 σε έναν κόσμο +3°C
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η μοντελοποίηση ενός ακραίου επεισοδίου.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η έκθεση, ένας ευρωπαϊκός καύσωνας αντίστοιχος με εκείνον του Αυγούστου του 2003 θα μπορούσε, σε έναν κόσμο που θα είχε θερμανθεί κατά 3°C, να προκαλέσει περίπου 32.000 επιπλέον θανάτους μέσα σε μόλις μία εβδομάδα.
Η EIOPA συγκρίνει την κλίμακα με τις βαρύτερες εβδομάδες θνησιμότητας κατά την πανδημία COVID-19, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για διαφορετικά μεγέθη, τα οποία προκύπτουν από διαφορετικές μεθοδολογίες.
Η κλιματική αλλαγή μπαίνει στους ισολογισμούς των ασφαλιστικών
Η έκθεση αναδεικνύει όμως και μια μεγάλη οικονομική μεταβολή.
Ο κλιματικός κίνδυνος δεν αφορά πλέον μόνο τα ακίνητα, τις υποδομές και τις επενδύσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Η αυξημένη θνησιμότητα, η επιδείνωση υφιστάμενων ασθενειών, οι επιπτώσεις από τον καπνό των πυρκαγιών και η πιθανή εξάπλωση ασθενειών που μεταδίδονται μέσω κουνουπιών ή άλλων εντόμων μπορούν να επηρεάσουν τις βασικές παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίζονται οι ασφαλίσεις ζωής και υγείας.
Για τις ασφαλιστικές εταιρείες αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα στην τιμολόγηση, στην ανάληψη κινδύνου, στα αποθεματικά και στη διαχείριση των κεφαλαίων τους.
Η ακραία ζέστη μπορεί, για παράδειγμα, να αυξήσει τις απαιτήσεις από ασφαλίσεις ζωής, νοσηλείες, προϊόντα υγείας ή αναπηρίας.
Οι επιδράσεις, πάντως, δεν είναι ίδιες σε όλα τα προϊόντα, καθώς μια μεταβολή της θνησιμότητας μπορεί να επηρεάζει διαφορετικά τις ασφαλίσεις ζωής και διαφορετικά προϊόντα που συνδέονται με τη μακροζωία.
Θα γίνει ακριβότερη η ασφάλιση;
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θέτει η EIOPA αφορά το ενδεχόμενο διεύρυνσης του λεγόμενου insurance protection gap.
Εάν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αρχίσουν να ενσωματώνουν εντονότερα τους κλιματικούς κινδύνους στα ασφάλιστρα και στους όρους κάλυψης, ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα ζωής και υγείας ενδέχεται να γίνουν ακριβότερα ή δυσκολότερα προσβάσιμα.
Η αύξηση των αναμενόμενων αποζημιώσεων και η μεγαλύτερη αβεβαιότητα μπορούν να δημιουργήσουν ζητήματα οικονομικής προσιτότητας της ασφάλισης.
Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή εποπτική αρχή αναδεικνύει τη σημασία της πρόληψης, των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και της στενότερης συνεργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει και τις συντάξεις
Οι επιπτώσεις δεν σταματούν στις ασφαλιστικές εταιρείες.
Η EIOPA εξετάζει ιδιαίτερα και τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία (IORPs), επισημαίνοντας ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ανθρώπινη υγεία δεν αποτελούν απλώς ένα ζήτημα ESG.
Μπορούν να εξελιχθούν σε πραγματικό χρηματοοικονομικό κίνδυνο.
Αλλαγές στη θνησιμότητα και τη νοσηρότητα, στη διάρκεια του υγιούς εργασιακού βίου αλλά και στα πρότυπα συνταξιοδότησης μπορούν να επηρεάσουν τις μακροχρόνιες υποχρεώσεις των ταμείων, την επάρκεια των συντάξεων και τελικά τη βιωσιμότητα των συστημάτων.
Περισσότερο εκτεθειμένη η Νότια Ευρώπη
Η θερμική επιβάρυνση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Σύμφωνα με την EIOPA, οι χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης παρουσιάζουν γενικά μεγαλύτερη απόλυτη επιβάρυνση.
Η επίδραση της υψηλής θερμοκρασίας εξαρτάται όχι μόνο από το κλίμα αλλά και από το εισόδημα, την ποιότητα των συστημάτων υγείας, τη δημογραφική σύνθεση και τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να προσαρμόζεται.
Πλουσιότερες περιοχές μπορούν επομένως να εμφανίζουν μικρότερη ευαισθησία ακόμη και όταν η έκθεσή τους στην υψηλή θερμοκρασία είναι αντίστοιχη ή μεγαλύτερη.
Η ελληνική διάσταση: Πάνω από 30% των δαπανών υγείας από τα νοικοκυριά
Για την Ελλάδα, η έκθεση αναδεικνύει ακόμη μία παράμετρο που συνδέει την κλιματική κρίση με την οικονομική και κοινωνική ευαλωτότητα.
Το 2022, τα ελληνικά νοικοκυριά –όπως και εκείνα στη Λιθουανία, τη Λετονία και τη Βουλγαρία– χρηματοδοτούσαν άμεσα πάνω από το 30% των συνολικών δαπανών υγείας.
Το στοιχείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου η ακραία ζέστη μπορεί να αυξήσει τις ανάγκες περίθαλψης.
Όσο περισσότερο το οικονομικό βάρος της υγείας μεταφέρεται στα ίδια τα νοικοκυριά, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής να ενισχύσουν υφιστάμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες.
Γιατί τα σημερινά στοιχεία μπορεί να μην δείχνουν όλο το πρόβλημα
Η EIOPA αποφεύγει, πάντως, τις υπερβολικές εκτιμήσεις.
Σήμερα, ο συνολικός αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής στις ασφαλίσεις ζωής και υγείας και στα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία δεν θεωρείται ακόμη ουσιώδης σε συνολικό επίπεδο.
Αυτό, όμως, μπορεί να αλλάξει καθώς η Ευρώπη θερμαίνεται και ταυτόχρονα ο πληθυσμός της γερνά.
Υπάρχουν επίσης σημαντικά κενά στα διαθέσιμα δεδομένα, τα οποία δεν επιτρέπουν ακόμη ασφαλή συμπεράσματα για κάθε επιμέρους ασφαλιστικό προϊόν.
Χρειάζονται καλύτερα στοιχεία για την πραγματική έκθεση των πολιτών, την ευαλωτότητά τους και τον τρόπο με τον οποίο η θερμική επιβάρυνση μεταφράζεται σε πρόσθετη θνησιμότητα και νοσηρότητα.
Από την κλιματική κρίση στον οικονομικό κίνδυνο
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι σαφές: η κλιματική αλλαγή μετακινείται από το περιβαλλοντικό πεδίο στον πυρήνα της οικονομικής και κοινωνικής διαχείρισης κινδύνου.
Οι καύσωνες δεν είναι πλέον απλώς ένα ακραίο καλοκαιρινό φαινόμενο.
Αφορούν τη δημόσια υγεία, τις κοινωνικές ανισότητες, την παραγωγικότητα, τις ασφαλιστικές καλύψεις, τις συντάξεις και τη δυνατότητα των ίδιων των κρατών να προστατεύουν αποτελεσματικά τους πιο ευάλωτους πολίτες.

