Ομοσπονδιακό δικαστήριο στις Ηνωμένες Πολιτείες έκρινε αντισυνταγματικό νόμο πολιτείας που περιόριζε τις δημόσιες επενδύσεις σε εταιρείες οι οποίες μειώνουν την έκθεσή τους στα ορυκτά καύσιμα ή υιοθετούν στρατηγικές βιωσιμότητας.
Σύμφωνα με την απόφαση, το νομοθετικό πλαίσιο παραβίαζε την ελευθερία της έκφρασης, καθώς τιμωρούσε επιχειρήσεις και επενδυτές για τις απόψεις ή τις επενδυτικές τους επιλογές γύρω από τα ορυκτά καύσιμα και τον κλιματικό κίνδυνο. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι σχετικές διατάξεις ήταν υπερβολικά ασαφείς και ευρείες, αφήνοντας περιθώρια για άνιση και διακριτική εφαρμογή.
Ο επίμαχος νόμος είχε υιοθετηθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής αντίδρασης απέναντι στις πρακτικές ESG, με στόχο να αποθαρρύνει τη στροφή κεφαλαίων μακριά από τον ενεργειακό τομέα των υδρογονανθράκων. Ωστόσο, το δικαστήριο επισήμανε ότι η κρατική εξουσία δεν μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις για μορφές λόγου ή οικονομικής δραστηριότητας που προστατεύονται συνταγματικά.
Η απόφαση θεωρείται σημαντική για τις επιχειρήσεις και τις αγορές, καθώς ενισχύει τη θέση ότι οι επενδυτικές στρατηγικές που λαμβάνουν υπόψη περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους αποτελούν νόμιμη και θεμιτή έκφραση εταιρικής πολιτικής.
Η εξέλιξη αυτή προστίθεται σε σειρά δικαστικών παρεμβάσεων που περιορίζουν το κύμα αντι-ESG νομοθεσίας σε πολιτειακό επίπεδο, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη σύνδεση βιωσιμότητας, διακυβέρνησης και συνταγματικών δικαιωμάτων.

