Η ελληνική αγορά εργασίας συνέχισε να καταγράφει θετική πορεία το 2025, με την απασχόληση να ενισχύεται και την ανεργία να υποχωρεί, ενώ η ανοδική τάση διατηρήθηκε και κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026. Ωστόσο, τα πρόσφατα στοιχεία του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) αναδεικνύουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους κλάδων της οικονομίας, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για μια πιο ισορροπημένη και βιώσιμη αναπτυξιακή στρατηγική.
Παρότι η πλειονότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων εμφάνισε αύξηση της απασχόλησης, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Το χονδρικό και λιανικό εμπόριο εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό μοχλό της απασχόλησης, ενώ σημαντική ανάπτυξη καταγράφουν επίσης οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, καθώς και οι υπηρεσίες ψυχαγωγίας και πολιτισμού.
Αντίθετα, ο πρωτογενής τομέας συνεχίζει να παρουσιάζει σημαντικές απώλειες θέσεων εργασίας, με τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία να καταγράφουν τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση της απασχόλησης. Αρνητικές μεταβολές σημειώθηκαν επίσης στην εκπαίδευση και στις μεταφορές, γεγονός που αναδεικνύει τις διαρθρωτικές προκλήσεις που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ορισμένοι κρίσιμοι παραγωγικοί τομείς.
Η συνολική εικόνα της αγοράς εργασίας αποτυπώνει μια οικονομία που αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα καλείται να διαχειριστεί τις ανισορροπίες μεταξύ διαφορετικών κλάδων. Η ενίσχυση της απασχόλησης σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας αποτελεί θετική εξέλιξη, ωστόσο η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα δημιουργεί προβληματισμό, καθώς επηρεάζει την επισιτιστική ασφάλεια, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας στην ελληνική ύπαιθρο.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη βιώσιμη ανάπτυξη, η οποία δεν αξιολογεί μόνο τον αριθμό των νέων θέσεων εργασίας, αλλά και την ποιότητά τους, τη σταθερότητα της απασχόλησης και τη συμβολή τους στη μακροπρόθεσμη οικονομική και κοινωνική ευημερία. Η δημιουργία αξιοπρεπών θέσεων εργασίας, η ενίσχυση της καινοτομίας, η στήριξη της αγροτικής παραγωγής και η ανάπτυξη δεξιοτήτων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της πράσινης και ψηφιακής οικονομίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για μια ανθεκτική αγορά εργασίας.
Παράλληλα, η πράσινη μετάβαση δημιουργεί νέες ευκαιρίες απασχόλησης σε τομείς όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κυκλική οικονομία, οι βιώσιμες μεταφορές, η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων και οι ψηφιακές υπηρεσίες. Η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων μπορεί να συμβάλει τόσο στη μείωση της ανεργίας όσο και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Η πορεία της ελληνικής αγοράς εργασίας συνδέεται άμεσα με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, ιδιαίτερα με τον Στόχο 8 για αξιοπρεπή εργασία και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, τον Στόχο 9 για καινοτομία και ανθεκτικές υποδομές και τον Στόχο 10 για τη μείωση των ανισοτήτων. Η διατήρηση της θετικής δυναμικής της απασχόλησης, σε συνδυασμό με πολιτικές που ενισχύουν όλους τους παραγωγικούς κλάδους, αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια οικονομία που αναπτύσσεται με βιώσιμο, δίκαιο και ανθεκτικό τρόπο.

