Η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος λειτουργεί σαν ένα αόρατο φρένο για την οικονομία, όπου η πολιτική σκοπιμότητα αντικαθιστά την κοινή λογική. Όταν μια χώρα μπαίνει σε μια ατέρμονη φάση πολιτικής αναμονής, το κόστος δεν μετριέται μόνο σε προεκλογικές αφίσες, αλλά σε χαμένες επενδύσεις, παγωμένες μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομικές βόμβες που θα βρει μπροστά της η επόμενη κυβέρνηση.
Το πρώτο θύμα αυτής της κατάστασης είναι η αγορά.
Οι επενδυτές απεχθάνονται την αβεβαιότητα. Όταν δεν ξέρεις ποιο θα είναι το φορολογικό πλαίσιο σε έξι μήνες ή αν οι άδειες που εκκρεμούν θα ακυρωθούν από τη μελλοντική διοίκηση, η πιο ασφαλής κίνηση είναι να πατήσεις «pause». Μεγάλα αναπτυξιακά έργα και ξένα κεφάλαια μπαίνουν στο ψυγείο, στερώντας από την αγορά πολύτιμη ρευστότητα και θέσεις εργασίας τη στιγμή που τις έχει περισσότερο ανάγκη.
Την ίδια ώρα, ο κρατικός μηχανισμός παθαίνει μια ιδιότυπη παράλυση. Οι υπουργοί μετατρέπονται σε υποψήφιους βουλευτές, οι δημόσιοι υπάλληλοι αποφεύγουν να υπογράψουν οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει πολιτικό κόστος και κρίσιμα νομοσχέδια μένουν στα συρτάρια. Η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων επιβραδύνεται, πράγμα καταστροφικό για μια οικονομία που βασίζεται στην ταχύτητα για να παραμείνει ανταγωνιστική.
Το πιο επικίνδυνο κομμάτι, ωστόσο, αφορά τα δημόσια ταμεία.
Η ανάγκη για ψηφοθηρία μεταφράζεται σχεδόν πάντα σε ένα κρεσέντο παροχών, επιδομάτων και βιαστικών προσλήψεων. Αυτός ο «πολιτικός επιχειρηματικός κύκλος» δημιουργεί μια πλασματική αίσθηση ευμάρειας, η οποία όμως χρηματοδοτείται με δανεικά ή με τη θυσία των πλεονασμάτων. Όταν οι κάλπες κλείσουν, ο λογαριασμός έρχεται φουσκωμένος, υπονομεύοντας τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας και αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.
Η οικονομική βιωσιμότητα δεν αντέχει τα μεγάλα διαστήματα ακυβερνησίας και τις προεκλογικές υπερβολές. Αν θέλουμε η οικονομία να μην εκτροχιάζεται κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές, χρειαζόμαστε ισχυρούς, ανεξάρτητους θεσμούς και αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες που δεν θα λυγίζουν μπροστά στις κομματικές σκοπιμότητες. Η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη απαιτεί συνέχεια, και αυτή δεν μπορεί να σταματά κάθε τέσσερα χρόνια επειδή κάποιοι ψάχνουν την ψήφο της επόμενης Κυριακής.

