Η συνεχής ανάπτυξη της βιομηχανίας της κρουαζιέρας στη Μεσόγειο επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ τουριστικής ανάπτυξης, φορολογικής δικαιοσύνης και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Σύμφωνα με νέα μελέτη της Transport & Environment (T&E), οι επιβάτες κρουαζιέρας επιβαρύνουν σημαντικά περισσότερο το περιβάλλον σε σχέση με άλλες μορφές τουρισμού, ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνουν ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς.
Η έρευνα καταγράφει ότι οι επιβάτες κρουαζιερόπλοιων σε Ισπανία, Ιταλία και Γαλλία επιβαρύνονται με μέση φορολογία περίπου 12% για τη διαμονή στις καμπίνες τους, έναντι περίπου 23% που καταβάλλουν οι επισκέπτες ξενοδοχείων. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι τα κρουαζιερόπλοια αντιμετωπίζονται νομικά ως μέσα θαλάσσιων μεταφορών, γεγονός που τα απαλλάσσει από τον ΦΠΑ στη διαμονή και από τους ειδικούς φόρους στα καύσιμα.
Την ίδια στιγμή, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του κλάδου παραμένουν ιδιαίτερα έντονες. Τα περισσότερα κρουαζιερόπλοια εξακολουθούν να χρησιμοποιούν καύσιμα πετρελαϊκής βάσης, ενώ οι μηχανές τους συχνά παραμένουν σε λειτουργία ακόμη και κατά τον ελλιμενισμό, επιβαρύνοντας σημαντικά την ποιότητα του αέρα στις λιμενικές πόλεις. Ακόμη και η σταδιακή μετάβαση στο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) δεν αποτελεί οριστική λύση, καθώς οι διαρροές μεθανίου μπορούν να αυξήσουν σημαντικά το κλιματικό αποτύπωμα σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι οι οργανωμένες μετακινήσεις των επιβατών με λεωφορεία προς δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς επιβαρύνουν επιπλέον τις τοπικές υποδομές, αυξάνοντας την κυκλοφοριακή συμφόρηση, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και τις πιέσεις που συνδέονται με το φαινόμενο του υπερτουρισμού.
Ορισμένες ευρωπαϊκές πόλεις έχουν ήδη αναλάβει δράση. Η Βαρκελώνη, για παράδειγμα, έχει περιορίσει τον αριθμό των τερματικών σταθμών κρουαζιέρας, επενδύει στην ηλεκτροδότηση των προβλητών ώστε τα πλοία να συνδέονται με το χερσαίο ηλεκτρικό δίκτυο κατά τον ελλιμενισμό και εφαρμόζει περιορισμούς στη λειτουργία των μηχανών στα λιμάνια, μειώνοντας έτσι τις τοπικές εκπομπές ρύπων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Transport & Environment προτείνει την επιβολή ειδικού τέλους 15 ευρώ ανά επιβάτη σε Ισπανία, Γαλλία και Πορτογαλία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της οργάνωσης, το μέτρο θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 335 εκατ. ευρώ ετησίως, τα οποία θα μπορούσαν να επενδυθούν σε έργα καθαρής ενέργειας για τα λιμάνια, στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα και σε δράσεις αντιμετώπισης των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και του υπερτουρισμού.
Η μελέτη συνδέεται άμεσα με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, και ειδικότερα με τον Στόχο 11 (Βιώσιμες Πόλεις και Κοινότητες), τον Στόχο 13 (Δράση για το Κλίμα) και τον Στόχο 14 (Ζωή στο Νερό). Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία της εφαρμογής της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», η οποία αποτελεί βασικό άξονα της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής και της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.
Η συζήτηση για το μέλλον της κρουαζιέρας στη Μεσόγειο δεν αφορά πλέον μόνο την ανάπτυξη του τουρισμού, αλλά και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός πιο δίκαιου και βιώσιμου μοντέλου, όπου η οικονομική δραστηριότητα θα συμβαδίζει με την προστασία του περιβάλλοντος και την ευημερία των τοπικών κοινωνιών.

