Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχουν σημειώσει οι επιχειρήσεις στην ενσωμάτωση των αρχών της βιωσιμότητας στις στρατηγικές τους, η πραγματική οικονομική αξία των δράσεων ESG εξακολουθεί να μην αποτυπώνεται αποτελεσματικά στις χρηματοοικονομικές αποφάσεις. Αυτό αναδεικνύει η νέα διεθνής μελέτη της KPMG, η οποία εντοπίζει ένα σημαντικό «κενό αποτίμησης» (valuation gap) μεταξύ της στρατηγικής βιωσιμότητας και της επιχειρηματικής αξίας.
Σύμφωνα με την έκθεση, πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δυσκολεύονται να μεταφράσουν τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και διακυβερνητικούς κινδύνους (ESG) σε μετρήσιμα οικονομικά μεγέθη, όπως οι επιπτώσεις στο EBITDA, στις ταμειακές ροές, στις κεφαλαιουχικές δαπάνες (CapEx) και στη συνολική αξία της επιχείρησης. Ως αποτέλεσμα, επενδύσεις με σημαντική μακροπρόθεσμη αξία ενδέχεται να απορρίπτονται, ενώ παράλληλα υποεκτιμάται το οικονομικό κόστος της μη δράσης απέναντι στις προκλήσεις της βιωσιμότητας.
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 2.024 ανώτατα στελέχη από 19 χώρες, καταγράφει ότι το 60% των επιχειρήσεων λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους και τις ευκαιρίες βιωσιμότητας στον χρηματοοικονομικό σχεδιασμό, το 50% έχει ενσωματώσει το ESG στη συνολική επιχειρηματική στρατηγική και το 40% αξιοποιεί τα κριτήρια ESG στην ανάπτυξη νέων προϊόντων και στην καινοτομία. Ωστόσο, η ουσιαστική ποσοτικοποίηση της οικονομικής τους επίδρασης παραμένει περιορισμένη.
Η KPMG επισημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε πιο ώριμο στάδιο, χάρη στο ενισχυμένο κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, της Οδηγίας CSRD και των προτύπων του ISSB, τα οποία έχουν ενισχύσει την κατανόηση των θεμάτων βιωσιμότητας στα διοικητικά συμβούλια. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η κανονιστική συμμόρφωση από μόνη της δεν αρκεί, εάν οι δείκτες βιωσιμότητας δεν ενσωματωθούν ουσιαστικά στις επενδυτικές αποφάσεις και στην κατανομή κεφαλαίων.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ των κλάδων. Οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις κεφαλαιαγορών εμφανίζουν το υψηλότερο επίπεδο ωριμότητας στην αποτίμηση κινδύνων ESG, με το 33% να εφαρμόζει προηγμένα μοντέλα αξιολόγησης. Ακολουθούν οι επιχειρήσεις ενέργειας και φυσικών πόρων (31%) και η αυτοκινητοβιομηχανία (27%), κλάδοι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ενεργειακής μετάβασης και των νέων κλιματικών απαιτήσεων.
Η KPMG καταλήγει ότι το επόμενο κρίσιμο βήμα για τις επιχειρήσεις είναι η ανάπτυξη κοινών και αξιόπιστων μεθοδολογιών, οι οποίες θα επιτρέψουν τη μετάφραση των κινδύνων και των ευκαιριών ESG σε συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες. Μόνο έτσι η βιωσιμότητα θα πάψει να αντιμετωπίζεται ως υποχρέωση συμμόρφωσης και θα αποτελέσει βασικό παράγοντα δημιουργίας επιχειρηματικής αξίας, ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.

