Νέα έκθεση του UNEP Finance Initiative αποκαλύπτει πώς η κλιματική αλλαγή και η υποβάθμιση της φύσης επηρεάζουν κέρδη, αποτιμήσεις, δάνεια και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Περίπου τα τρία τέταρτα των εταιρικών δανείων στην Ευρωζώνη κατευθύνονται σε επιχειρήσεις που εξαρτώνται έντονα από τουλάχιστον μία οικοσυστημική υπηρεσία.
Η κλιματική αλλαγή και η απώλεια της βιοποικιλότητας δεν αποτελούν πλέον μόνο περιβαλλοντικές προκλήσεις. Εξελίσσονται σε παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την κερδοφορία των επιχειρήσεων, την αξία των περιουσιακών στοιχείων, την εξυπηρέτηση των τραπεζικών δανείων και τη σταθερότητα ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης «Linking Sustainability with Financial Risk Disclosures» του UNEP Finance Initiative (UNEP FI) Risk Centre, η οποία εξετάζει πώς οι κίνδυνοι που συνδέονται με το κλίμα και τη φύση μετατρέπονται σε πραγματικές οικονομικές επιπτώσεις.
Η ανάλυση αναδεικνύει μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται η εταιρική βιωσιμότητα.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο φιλική προς το περιβάλλον εμφανίζεται μια επιχείρηση, αλλά πόσο οικονομικά ευάλωτη είναι απέναντι στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης και της υποβάθμισης των φυσικών οικοσυστημάτων.
Οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάζουν ήδη τους ισολογισμούς, ακόμη και όταν δεν αποτυπώνονται επαρκώς στις οικονομικές καταστάσεις.
Από την κλιματική αλλαγή στις οικονομικές ζημιές
Η έκθεση περιγράφει τον μηχανισμό μέσω του οποίου ένας περιβαλλοντικός κίνδυνος μπορεί να μετατραπεί σε χρηματοοικονομική ζημιά.
Μια παρατεταμένη ξηρασία μπορεί να περιορίσει την αγροτική παραγωγή και να αυξήσει το κόστος πρώτων υλών.
Ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο μπορεί να προκαλέσει ζημιές σε εγκαταστάσεις και υποδομές.
Η αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου για τις εκπομπές μπορεί να επηρεάσει τη διάρκεια οικονομικής αξιοποίησης μιας βιομηχανικής εγκατάστασης.
Η υποβάθμιση των υδάτινων πόρων μπορεί να αυξήσει το κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων που εξαρτώνται από την πρόσβαση σε νερό.
Όλες αυτές οι εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν τα έσοδα, τις λειτουργικές δαπάνες, την αξία των επενδύσεων και τελικά την πιστοληπτική ικανότητα μιας επιχείρησης.
Η UNEP FI επισημαίνει ότι η σύνδεση μεταξύ περιβαλλοντικού και χρηματοοικονομικού κινδύνου πρέπει να γίνεται με συγκεκριμένα δεδομένα και όχι μόνο με γενικές αναφορές στη βιωσιμότητα.
Το παράδειγμα του εργοστασίου άνθρακα: Από κέρδη 25 εκατ. σε ζημιές 5 εκατ. δολαρίων
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της έκθεσης δείχνει πώς η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να αλλάξει την οικονομική εικόνα μιας επένδυσης, ακόμη και χωρίς άμεση μεταβολή των ετήσιων ταμειακών ροών της.
Ας υποθέσουμε ότι ένας σταθμός ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα έχει λογιστική αξία 500 εκατ. δολαρίων και δημιουργεί ετήσια ταμειακή ροή 45 εκατ. δολαρίων.
Εάν η ωφέλιμη οικονομική ζωή του εκτιμάται στα 25 χρόνια, η ετήσια απόσβεση ανέρχεται σε περίπου 20 εκατ. δολάρια.
Με βάση τις απλουστευμένες παραδοχές του παραδείγματος, προκύπτει ετήσιο λογιστικό κέρδος 25 εκατ. δολαρίων.
Τι συμβαίνει όμως εάν η ενεργειακή μετάβαση και οι νέες συνθήκες της αγοράς μειώσουν την εκτιμώμενη οικονομική ζωή της εγκατάστασης στα δέκα χρόνια;
Η ετήσια απόσβεση αυξάνεται στα 50 εκατ. δολάρια.
Με την ίδια ταμειακή ροή των 45 εκατ. δολαρίων, το λογιστικό αποτέλεσμα μετατρέπεται σε ζημιά 5 εκατ. δολαρίων ετησίως.
Το παράδειγμα δείχνει ότι η μεταβολή μιας κλιματικής ή επιχειρηματικής παραδοχής μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την οικονομική εικόνα μιας επένδυσης.
Δεν αποτελεί πρόβλεψη για συγκεκριμένο σταθμό, αλλά υποθετική απεικόνιση της επίδρασης της ωφέλιμης ζωής στις αποσβέσεις.
Οι κλιματικοί κίνδυνοι πρέπει ήδη να λαμβάνονται υπόψη στη λογιστική
Ένα σημαντικό μήνυμα της UNEP FI είναι ότι δεν απαιτείται απαραίτητα η δημιουργία ενός εντελώς νέου λογιστικού πλαισίου για να αποτυπωθούν οι οικονομικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Τα υφιστάμενα IFRS Accounting Standards προβλέπουν ήδη την εξέταση οικονομικά σημαντικών πληροφοριών και παραδοχών που επηρεάζουν τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.
Οι κλιματικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάζουν, μεταξύ άλλων, την εκτιμώμενη ωφέλιμη ζωή περιουσιακών στοιχείων, τις απομειώσεις αξίας, τις προβλέψεις για μελλοντικές υποχρεώσεις και το κόστος αποκατάστασης ή παύσης λειτουργίας εγκαταστάσεων.
Ωστόσο, η έκθεση επισημαίνει ότι οι σχετικές επιπτώσεις συχνά δεν αποτυπώνονται επαρκώς, ακόμη και όταν είναι οικονομικά σημαντικές.
Η UNEP FI αμφισβητεί την αντίληψη ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι είναι υπερβολικά μακροπρόθεσμοι ή αβέβαιοι για να ληφθούν υπόψη.
Άλλωστε, οι οικονομικές καταστάσεις βασίζονται ήδη σε εκτιμήσεις για μελλοντικά γεγονότα, όπως η απομείωση περιουσιακών στοιχείων και η αναγνώριση προβλέψεων.
Τρεις διαφορετικοί τρόποι μέτρησης του κλιματικού κινδύνου
Η έκθεση εξετάζει τρεις βασικές μεθόδους αξιολόγησης της έκθεσης των επιχειρήσεων στους κλιματικούς κινδύνους.
Η πρώτη βασίζεται στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Τα δεδομένα του ανθρακικού αποτυπώματος προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για την περιβαλλοντική επίδοση, αλλά αποτυπώνουν κυρίως δραστηριότητες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
Η δεύτερη προσέγγιση αξιοποιεί αξιολογήσεις ESG και άλλους δείκτες, οι οποίοι συνδυάζουν εταιρικές γνωστοποιήσεις και εξωτερικές πληροφορίες.
Η τρίτη βασίζεται στην ανάλυση κειμένου και σε τεχνολογίες επεξεργασίας φυσικής γλώσσας (Natural Language Processing – NLP).
Μέσα από την ανάλυση εταιρικών ανακοινώσεων, παρουσιάσεων αποτελεσμάτων και άλλων πληροφοριών, οι ερευνητές μπορούν να εντοπίσουν πώς οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται και διαχειρίζονται τους μελλοντικούς κινδύνους.
Καμία μέθοδος δεν προσφέρει από μόνη της πλήρη εικόνα.
Ο συνδυασμός τους μπορεί να επιτρέψει μια περισσότερο ολοκληρωμένη αξιολόγηση της οικονομικής έκθεσης μιας επιχείρησης.
Οι αγορές αρχίζουν να αποτιμούν τον κίνδυνο της ενεργειακής μετάβασης
Η UNEP FI αναφέρεται επίσης σε ερευνητικά ευρήματα σύμφωνα με τα οποία οι χρηματοπιστωτικές αγορές λαμβάνουν ήδη υπόψη τον κίνδυνο της ενεργειακής μετάβασης.
Επιχειρήσεις που εμφανίζονται λιγότερο ενεργές στην αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων μπορεί να αντιμετωπίζουν χαμηλότερες αποτιμήσεις σε σχέση με εταιρείες που παρουσιάζουν περισσότερο προληπτική στρατηγική.
Οι σχετικές πρακτικές μπορεί να περιλαμβάνουν επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, καινοτομία, διαχείριση χρηματοοικονομικών κινδύνων και αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο.
Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε πράσινη επένδυση οδηγεί αυτομάτως σε υψηλότερη χρηματιστηριακή αξία.
Οι αποτιμήσεις εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η κερδοφορία, οι συνθήκες της αγοράς και η αξιοπιστία της επιχειρηματικής στρατηγικής.
Γεωργία και κτηνοτροφία: Το κλίμα αυξάνει το κόστος παραγωγής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση για τον αγροδιατροφικό τομέα και τις επιχειρήσεις παραγωγής ζωικής πρωτεΐνης.
Η έκθεση αξιοποιεί στοιχεία από το Coller FAIRR Climate Risk Tool, το οποίο εξετάζει 40 μεγάλες εισηγμένες εταιρείες υπό διαφορετικά σενάρια κλιματικής αλλαγής.
Το εργαλείο συνδέει παράγοντες όπως η αύξηση του κόστους ζωοτροφών, η θερμική καταπόνηση των ζώων και η τιμολόγηση του άνθρακα με πιθανές οικονομικές επιπτώσεις.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που επικαλείται η UNEP FI, σε σενάριο αύξησης της θερμοκρασίας κατά 2°C περίπου οι μισές εταιρείες που εξετάζονται θα μπορούσαν να εμφανίζουν ζημιές έως το 2030.
Σε σενάρια υπερθέρμανσης άνω των 2°C, το ποσοστό προσεγγίζει το 60%.
Πρόκειται για αποτελέσματα σεναρίων και όχι για βέβαιες προβλέψεις της μελλοντικής κερδοφορίας των επιχειρήσεων.
Οι ζωοτροφές αποτελούν βασικό παράγοντα κινδύνου
Η αύξηση του κόστους ζωοτροφών αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς μετάδοσης του κλιματικού κινδύνου στην κτηνοτροφία.
Στη Βόρεια Αμερική, σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, περισσότερο από το 90% της αύξησης των κλιματικά συνδεόμενων δαπανών αποδίδεται στο κόστος ζωοτροφών.
Στην Ευρώπη, το αντίστοιχο ποσοστό εκτιμάται περίπου στο 75%.
Οι μεταβολές αυτές μπορούν να επηρεάσουν τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών και τη δυνατότητά τους να ανταποκρίνονται στις οικονομικές υποχρεώσεις τους.
Για τις τράπεζες, η σύνδεση είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Όταν μια κτηνοτροφική επιχείρηση αντιμετωπίζει υψηλότερο κόστος παραγωγής και χαμηλότερη κερδοφορία, μπορεί να αυξηθεί ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με τη χρηματοδότησή της.
Έτσι, ένα κλιματικό σενάριο μπορεί να μετατραπεί σε παράμετρο αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας.
Η απώλεια βιοποικιλότητας μπορεί να κρύβεται στην εφοδιαστική αλυσίδα
Η έκθεση αναδεικνύει ότι οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι δεν περιορίζονται στις άμεσες δραστηριότητες μιας επιχείρησης.
Συχνά εντοπίζονται στην εφοδιαστική αλυσίδα και στους φυσικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται η παραγωγή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Coca-Cola HBC.
Σύμφωνα με τη μελέτη περίπτωσης που παρουσιάζει η UNEP FI, η εταιρεία αρχικά εστίαζε την αναφορά των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα στις άμεσες λειτουργίες της.
Μια ευρύτερη χαρτογράφηση ανέδειξε ότι σημαντικές επιπτώσεις συνδέονταν με δραστηριότητες των αγροτικών προμηθευτών, ιδίως με τη μετατροπή χρήσεων γης και την άντληση νερού.
Οι εξαρτήσεις αυτές μπορούν να δημιουργήσουν μελλοντικούς κινδύνους, όπως περιορισμένη διαθεσιμότητα υδάτων, προβλήματα στην προμήθεια πρώτων υλών και αυξημένο λειτουργικό κόστος.
Παράλληλα, μπορεί να προκύψουν κανονιστικές και ζητήματα εταιρικής φήμης.
Η περίπτωση δείχνει γιατί η αξιολόγηση της βιωσιμότητας πρέπει να εξετάζει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας.
Γιατί οι τράπεζες χρειάζονται δεδομένα για τη φύση
Για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, η αξιολόγηση μόνο των άμεσων περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός δανειολήπτη μπορεί να οδηγήσει σε υποεκτίμηση του πραγματικού κινδύνου.
Μια επιχείρηση μπορεί να διαθέτει περιορισμένο άμεσο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, αλλά να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από πρώτες ύλες που παράγονται σε περιοχές με υψηλό κίνδυνο ξηρασίας ή υποβάθμισης των οικοσυστημάτων.
Η UNEP FI υπογραμμίζει την ανάγκη αξιοποίησης δεδομένων που συνδέονται με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και με τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η τοποθεσία των παραγωγικών εγκαταστάσεων, η πρόσβαση σε νερό, η κατάσταση των εδαφών και η εξάρτηση από φυσικές υπηρεσίες μπορούν να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για τον πιστωτικό κίνδυνο.
Το 75% περίπου των εταιρικών δανείων στην Ευρωζώνη συνδέεται με τη φύση
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της έκθεσης αφορά την εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από τα φυσικά οικοσυστήματα.
Η UNEP FI επικαλείται ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με την οποία περίπου τα τρία τέταρτα των εταιρικών δανείων στην Ευρωζώνη κατευθύνονται σε επιχειρήσεις που εξαρτώνται έντονα από τουλάχιστον μία οικοσυστημική υπηρεσία.
Τέτοιες υπηρεσίες περιλαμβάνουν τη διαθεσιμότητα νερού, την ποιότητα των εδαφών, την επικονίαση και τη φυσική προστασία που προσφέρουν ορισμένα οικοσυστήματα.
Το στοιχείο δεν σημαίνει ότι τα τρία τέταρτα των εταιρικών δανείων είναι προβληματικά.
Δείχνει όμως ότι σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων συνδέεται με δραστηριότητες που εξαρτώνται από τη διατήρηση υγιών οικοσυστημάτων.
Η υποβάθμιση της φύσης μπορεί επομένως να αποκτήσει ευρύτερες οικονομικές συνέπειες.
Πότε ένας περιβαλλοντικός κίνδυνος γίνεται συστημικός
Η έκθεση προειδοποιεί ότι οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάζουν ταυτόχρονα πολλές επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Εάν πολλές τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση στον ίδιο παραγωγικό κλάδο ή στην ίδια γεωγραφική περιοχή, μια μεγάλη φυσική καταστροφή μπορεί να προκαλέσει ταυτόχρονες οικονομικές απώλειες.
Αντίστοιχα, μια απότομη αλλαγή στο κανονιστικό πλαίσιο ή στις τεχνολογίες μπορεί να επηρεάσει την αξία περιουσιακών στοιχείων σε ολόκληρους κλάδους.
Οι κίνδυνοι αυτοί χαρακτηρίζονται συχνά από μη γραμμικές εξελίξεις και δεν αποτυπώνονται πάντα επαρκώς στα ιστορικά οικονομικά δεδομένα.
Για τον λόγο αυτό, οι εποπτικές αρχές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα χρησιμοποιούν αναλύσεις σεναρίων και ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.
Τα κλιματικά σενάρια του Network for Greening the Financial System (NGFS) αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία αναφοράς.
Γιατί η καθυστερημένη πράσινη μετάβαση μπορεί να κοστίσει περισσότερο
Η UNEP FI επισημαίνει τη σημασία μιας έγκαιρης και προβλέψιμης κλιματικής πολιτικής.
Όταν οι επιχειρήσεις και οι αγορές γνωρίζουν εγκαίρως τις κατευθύνσεις της ενεργειακής μετάβασης, μπορούν να προσαρμόζουν σταδιακά τις επενδύσεις και τις αποτιμήσεις τους.
Αντίθετα, μια καθυστερημένη και απότομη μετάβαση μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερες διαταραχές.
Η ταχεία απαξίωση εγκαταστάσεων, η ξαφνική αύξηση του κόστους συμμόρφωσης και οι απότομες μεταβολές στις αγορές μπορούν να δημιουργήσουν αυξημένους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους.
Η προβλεψιμότητα της πολιτικής αποτελεί επομένως σημαντικό παράγοντα οικονομικής σταθερότητας.
Έως 967 δισ. δολάρια το ετήσιο χρηματοδοτικό κενό για τη βιοποικιλότητα
Η έκθεση εξετάζει και τη χρηματοδότηση της προστασίας της φύσης.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παραθέτει, το ετήσιο χρηματοδοτικό κενό για τη βιοποικιλότητα κυμαίνεται μεταξύ 722 και 967 δισ. δολαρίων.
Το μέγεθος αυτό αναδεικνύει την ανάγκη κινητοποίησης σημαντικών οικονομικών πόρων.
Η ιδιωτική χρηματοδότηση μπορεί να διαδραματίσει ρόλο, ιδιαίτερα μέσα από μηχανισμούς μικτής χρηματοδότησης (blended finance).
Σε τέτοια σχήματα, δημόσια ή φιλανθρωπικά κεφάλαια μπορούν να απορροφούν μέρος του κινδύνου και να διευκολύνουν τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών.
Ωστόσο, η UNEP FI υπογραμμίζει ότι τα ιδιωτικά κεφάλαια δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την αποτελεσματική δημόσια πολιτική.
Παράλληλα, η ανάπτυξη νέων χρηματοδοτικών εργαλείων απαιτεί αξιόπιστη μέτρηση των πραγματικών αποτελεσμάτων για τη φύση.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τις ελληνικές επιχειρήσεις
Η ανάλυση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική οικονομία, καθώς αρκετοί παραγωγικοί τομείς εξαρτώνται από φυσικούς πόρους και κλιματικές συνθήκες.
Η γεωργία, η κτηνοτροφία, η βιομηχανία τροφίμων, ο τουρισμός και η ενέργεια αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Οι μεταβολές στη διαθεσιμότητα νερού, το αυξημένο κόστος πρώτων υλών και οι επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων μπορούν να επηρεάσουν τις λειτουργικές δαπάνες και τις επενδυτικές ανάγκες.
Για τις επιχειρήσεις, η πρόκληση είναι να ενσωματώνουν τέτοιους παράγοντες στον οικονομικό προγραμματισμό και στην αξιολόγηση των επενδύσεων.
Για τις τράπεζες, αποκτά σημασία η καλύτερη κατανόηση της έκθεσης των χρηματοδοτούμενων επιχειρήσεων σε φυσικούς και μεταβατικούς κινδύνους.
Η έκθεση δεν παρέχει ειδικές εκτιμήσεις για το ύψος του σχετικού κινδύνου στην Ελλάδα, αλλά προσφέρει ένα πλαίσιο ανάλυσης που μπορεί να αξιοποιηθεί και στην ελληνική αγορά.
Η βιωσιμότητα περνά από τις εκθέσεις ESG στους ισολογισμούς
Το σημαντικότερο μήνυμα της UNEP FI είναι ότι η επόμενη φάση της βιώσιμης χρηματοδότησης θα κριθεί από τη δυνατότητα σύνδεσης των περιβαλλοντικών δεδομένων με πραγματικά οικονομικά μεγέθη.
Δεν αρκεί μια επιχείρηση να αναγνωρίζει ότι αντιμετωπίζει κλιματικούς κινδύνους.
Χρειάζεται να μπορεί να αξιολογεί πώς αυτοί επηρεάζουν το κόστος παραγωγής, τα έσοδα, την αξία των περιουσιακών στοιχείων και τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των οικονομικών υποχρεώσεών της.
Αντίστοιχα, οι τράπεζες και οι επενδυτές χρειάζονται αξιόπιστες πληροφορίες για να αξιολογούν την πραγματική έκθεσή τους.
Η βιωσιμότητα μετατρέπεται σταδιακά από πεδίο εταιρικών δεσμεύσεων σε βασικό στοιχείο χρηματοοικονομικής ανάλυσης, διαχείρισης κινδύνων και επενδυτικών αποφάσεων.
Η προστασία του κλίματος και της φύσης δεν αφορά πλέον μόνο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των επιχειρήσεων.
Συνδέεται ολοένα περισσότερο με την οικονομική τους ανθεκτικότητα και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

