Σημαντικά σημάδια ωρίμανσης παρουσιάζει η εφαρμογή της Οδηγίας για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD) στην ελληνική αγορά, σύμφωνα με τη νέα μελέτη του UN Global Compact Network Greece, που εκπονήθηκε σε συνεργασία με την EY και την Grant Thornton. Η έρευνα, η οποία ανέλυσε τις εκθέσεις βιωσιμότητας 52 ελληνικών επιχειρήσεων για το οικονομικό έτος 2025, καταγράφει ουσιαστική πρόοδο στην ποιότητα των γνωστοποιήσεων, στην εφαρμογή της ανάλυσης διπλής ουσιαστικότητας (Double Materiality Assessment) και στην ενσωμάτωση των εκπομπών Scope 3.
Παρά τη βελτίωση στους περισσότερους δείκτες, η μελέτη επισημαίνει ότι οι ολοκληρωμένες στρατηγικές μετάβασης προς την κλιματική ουδετερότητα εξακολουθούν να αποτελούν ζητούμενο για μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων.
Πιο στοχευμένες και ολοκληρωμένες εκθέσεις
Οι εκθέσεις βιωσιμότητας εμφανίζονται πλέον πιο δομημένες και περισσότερο προσανατολισμένες στις απαιτήσεις των European Sustainability Reporting Standards (ESRS).
Οι περισσότερες επιχειρήσεις δημοσίευσαν εκθέσεις 101 έως 150 σελίδων, με μέσο όρο περίπου 135 σελίδες, ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Τις πιο εκτενείς εκθέσεις παρουσίασαν οι κλάδοι των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, των υποδομών και των μεταφορών, ενώ πιο σύντομες ήταν οι εκθέσεις στους τομείς τροφίμων, υγείας και τεχνολογίας.
Παράλληλα, οι γενικές γνωστοποιήσεις εξακολουθούν να καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος των εκθέσεων, αντανακλώντας τη μεγαλύτερη έμφαση που δίνεται πλέον στη στρατηγική, στο επιχειρηματικό μοντέλο και στην αξιολόγηση επιπτώσεων, κινδύνων και ευκαιριών.
Η διπλή ουσιαστικότητα γίνεται βασικό εργαλείο
Η εφαρμογή της Double Materiality Assessment (DMA) φαίνεται να έχει περάσει πλέον από τη θεωρία στην πράξη.
Σύμφωνα με τη μελέτη:
- το 85% των επιχειρήσεων πραγματοποίησε διαβούλευση με ενδιαφερόμενα μέρη,
- οι περισσότερες αξιοποίησαν τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς stakeholders,
- τα ερωτηματολόγια παρέμειναν η βασική μέθοδος συλλογής απόψεων, ενώ αυξήθηκε και η χρήση ομάδων εστίασης (focus groups).
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η αύξηση των entity-specific θεμάτων, δηλαδή ζητημάτων που αντανακλούν τις ιδιαιτερότητες κάθε επιχείρησης ή κλάδου. Το σχετικό ποσοστό ανήλθε στο 58%, έναντι 28% το προηγούμενο έτος, στοιχείο που δείχνει ότι οι επιχειρήσεις προχωρούν πέρα από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις.
Κλίμα, εργαζόμενοι και διακυβέρνηση στις πρώτες θέσεις
Τα σημαντικότερα θέματα βιωσιμότητας παραμένουν:
- η κλιματική αλλαγή (E1),
- το ανθρώπινο δυναμικό (S1),
- η εταιρική διακυβέρνηση και επιχειρηματική δεοντολογία (G1).
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται επίσης:
- στην κυκλική οικονομία,
- στην ενέργεια,
- στις συνθήκες εργασίας,
- στην υγεία και ασφάλεια,
- στην εκπαίδευση των εργαζομένων,
- στην πρόληψη της διαφθοράς.
Η κοινωνική διάσταση της βιωσιμότητας συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό επιπτώσεων, κινδύνων και ευκαιριών (IROs), επιβεβαιώνοντας ότι το ανθρώπινο κεφάλαιο αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.
Οι Scope 3 εκπομπές καθιερώνονται
Η έρευνα δείχνει ότι οι γνωστοποιήσεις των έμμεσων εκπομπών Scope 3 αποτελούν πλέον καθιερωμένη πρακτική για τις περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις.
Συγκεκριμένα:
- το 94% των επιχειρήσεων πραγματοποίησε αξιολόγηση κλιματικών κινδύνων,
- το 94% των μελών του UN Global Compact Network Greece δημοσιοποιεί πλέον στοιχεία για τις εκπομπές Scope 3.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή διεύρυνση της αξιολόγησης των εκπομπών σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας και όχι μόνο στις άμεσες λειτουργικές δραστηριότητες.
Τα σχέδια μετάβασης παραμένουν η μεγαλύτερη πρόκληση
Παρότι η αναγνώριση των κλιματικών κινδύνων έχει πλέον ενσωματωθεί στις περισσότερες εκθέσεις, οι ολοκληρωμένες στρατηγικές μετάβασης προς την κλιματική ουδετερότητα εξακολουθούν να υστερούν.
Μόλις το 33% των επιχειρήσεων δημοσιοποιεί ολοκληρωμένο σχέδιο μετάβασης, ενώ στα μέλη του UN Global Compact το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει στο 61%.
Αντίστοιχα, περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις θέτουν στόχους για τις εκπομπές Scope 1 και Scope 2, χωρίς όμως πάντα να παρουσιάζουν διακριτούς και εύκολα συγκρίσιμους δείκτες προόδου.
Η σύνδεση με τη βιώσιμη ανάπτυξη
Η δεύτερη χρονιά εφαρμογής της CSRD δείχνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις μεταβαίνουν σταδιακά από τη λογική της κανονιστικής συμμόρφωσης στην ουσιαστική ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στον επιχειρηματικό τους σχεδιασμό. Η ενίσχυση της διαφάνειας, η συστηματική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών κινδύνων και η ανάπτυξη αξιόπιστων δεδομένων αποτελούν πλέον κρίσιμα στοιχεία για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση και τη δημιουργία βιώσιμης αξίας.
Η εφαρμογή της CSRD συμβάλλει άμεσα στην επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, ιδιαίτερα του Στόχου 8 (Αξιοπρεπής Εργασία και Οικονομική Ανάπτυξη), του Στόχου 9 (Βιομηχανία, Καινοτομία και Υποδομές), του Στόχου 12 (Υπεύθυνη Κατανάλωση και Παραγωγή), του Στόχου 13 (Δράση για το Κλίμα) και του Στόχου 16 (Ισχυροί Θεσμοί), ενισχύοντας τη λογοδοσία και τη βιώσιμη εταιρική διακυβέρνηση.

