Μία από τις δυσκολότερες περιόδους των τελευταίων ετών ενδέχεται να αποδειχθεί η φετινή για τον ιό του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα. Μέχρι τις 12 Αυγούστου είχαν καταγραφεί 110 κρούσματα, με ιδιαίτερα έντονη κυκλοφορία στην Αττική. Ο ΕΟΔΥ διευκρινίζει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως ο ιός έχει γίνει περισσότερο μεταδοτικός και στρέφει την προσοχή στον σύνθετο ρόλο των περιβαλλοντικών και κλιματικών συνθηκών.
Σε αυξημένη εγρήγορση βρίσκονται οι υγειονομικές αρχές εξαιτίας της έντονης φετινής κυκλοφορίας του ιού του Δυτικού Νείλου, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται για ακόμη μία χρονιά στις ευρωπαϊκές χώρες που καταγράφουν σημαντική επιβάρυνση.
Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνει η Αττική, όπου η αύξηση των περιστατικών καταγράφηκε σχετικά νωρίς μέσα στην περίοδο μετάδοσης. Εφόσον συνεχιστεί ο ίδιος ρυθμός, ο ΕΟΔΥ εκτιμά ότι το 2026 μπορεί να εξελιχθεί σε μία από τις δυσκολότερες χρονιές ως προς τον συνολικό αριθμό κρουσμάτων.
Την ίδια στιγμή, οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ένα κρίσιμο σημείο: δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα επιστημονικές ενδείξεις ότι ο ίδιος ο ιός έχει αλλάξει συμπεριφορά ή έχει αποκτήσει μεγαλύτερη μεταδοτική ικανότητα.
Η εξήγηση της φετινής εικόνας είναι περισσότερο σύνθετη και φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη σχέση ανάμεσα στο περιβάλλον, το κλίμα και τη δημόσια υγεία.
110 κρούσματα έως τις 12 Αυγούστου
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΔΥ, μέχρι τις 12 Αυγούστου είχαν καταγραφεί στην Ελλάδα 110 κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου.
Από αυτά, τα 81 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και 29 είχαν ήπιες εκδηλώσεις.
Τα περιστατικά είχαν εντοπιστεί σε 39 δήμους και 14 Περιφερειακές Ενότητες, στις Περιφέρειες Αττικής, Θεσσαλίας, Κεντρικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου. Ο ΕΟΔΥ θεωρεί αναμενόμενη την καταγραφή νέων κρουσμάτων το επόμενο διάστημα, τόσο στις ήδη επηρεαζόμενες όσο και σε νέες περιοχές.
Ο ιός, άλλωστε, δεν αποτελεί νέο φαινόμενο για την Ελλάδα. Κρούσματα καταγράφονται σχεδόν κάθε χρόνο από το 2010 και μετά, με τον ΕΟΔΥ να θεωρεί ότι ο ιός έχει πλέον εγκατασταθεί στη χώρα και ότι η επανεμφάνισή του κατά τις περιόδους κυκλοφορίας των κουνουπιών είναι αναμενόμενη.
Γιατί η φετινή χρονιά είναι διαφορετική
Η Ελλάδα βρίσκεται συχνά μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση από τον ιό, συνήθως μαζί με την Ιταλία και κατά περιόδους με χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.
Φέτος, ωστόσο, η ένταση της κυκλοφορίας και η γρήγορη αύξηση των περιστατικών σε συγκεκριμένες περιοχές δημιουργούν μεγαλύτερο προβληματισμό.
Σύμφωνα με τη Δανάη Περβανίδου, προϊσταμένη του Τμήματος Νοσημάτων που Μεταδίδονται με Διαβιβαστές του ΕΟΔΥ, η επιδημιολογία του ιού επηρεάζεται από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι μεταναστευτικές διαδρομές των πτηνών, που αποτελούν τη βασική φυσική δεξαμενή του ιού, η ανοσία και η ποικιλομορφία των πληθυσμών των άγριων πτηνών, οι πληθυσμοί των κουνουπιών-διαβιβαστών αλλά και οι περιβαλλοντικές και κλιματικές συνθήκες.
Θερμοκρασία και βροχοπτώσεις στην εξίσωση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της φετινής έξαρσης με τις μετεωρολογικές συνθήκες.
Η αυξημένη θερμοκρασία και οι βροχοπτώσεις είναι οι δύο παράμετροι που έχουν συσχετιστεί περισσότερο με τις εποχικές εξάρσεις του ιού.
Οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν τόσο τους πληθυσμούς των κουνουπιών όσο και την ικανότητά τους να προσλαμβάνουν, να διατηρούν και να μεταδίδουν τον ιό.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του ΕΟΔΥ στον χειμώνα 2025-2026 στην Αττική, ο οποίος ήταν ο δεύτερος θερμότερος των τελευταίων 150 ετών και, σύμφωνα με την κ. Περβανίδου, πιθανώς συνέβαλε στη σημερινή επιδημιολογική εικόνα.
Η επισήμανση δεν σημαίνει ότι ένα μεμονωμένο καιρικό φαινόμενο μπορεί από μόνο του να εξηγήσει την αύξηση των κρουσμάτων. Αναδεικνύει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο οι μεταβολές στις περιβαλλοντικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν τους οργανισμούς που μεταφέρουν νοσήματα.
Κλιματική αλλαγή και δημόσια υγεία
Η περίπτωση του ιού του Δυτικού Νείλου φωτίζει μια πλευρά της κλιματικής προσαρμογής που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία: την προστασία της δημόσιας υγείας από νοσήματα που μεταδίδονται μέσω διαβιβαστών, όπως τα κουνούπια.
Οι υψηλότερες θερμοκρασίες, οι αλλαγές στις βροχοπτώσεις και γενικότερα οι μεταβολές στις εποχικές συνθήκες μπορούν να αλλάξουν τη διάρκεια και την ένταση της δραστηριότητας των κουνουπιών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση περιστατικών μπορεί να αποδοθεί απευθείας στην κλιματική αλλαγή. Η ίδια η επιστημονική εξήγηση του ΕΟΔΥ είναι σαφής ότι πρόκειται για πολυπαραγοντικό φαινόμενο.
Σημαίνει όμως ότι η δημόσια υγεία καλείται να ενσωματώσει όλο και περισσότερο τα κλιματικά και περιβαλλοντικά δεδομένα στον σχεδιασμό της πρόληψης.
Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική σύνδεση με τη βιώσιμη ανάπτυξη: η ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή δεν αφορά μόνο υποδομές, ενέργεια και προστασία από φυσικές καταστροφές. Αφορά και την ικανότητα των συστημάτων υγείας και της τοπικής αυτοδιοίκησης να ανταποκρίνονται εγκαίρως σε νέες ή εντονότερες υγειονομικές πιέσεις.
Η περίοδος αιχμής δεν έχει τελειώσει
Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Με βάση τα ιστορικά δεδομένα, η κορύφωση της εποχικής έξαρσης του ιού παρατηρείται συνήθως από το δεύτερο μισό του Αυγούστου έως τις αρχές ή τα μέσα Σεπτεμβρίου.
Αυτό σημαίνει ότι η περίοδος κατά την οποία απαιτείται αυξημένη προσοχή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Ο ΕΟΔΥ εφαρμόζει ενισχυμένη επιδημιολογική επιτήρηση, με τα διαγνωσμένα περιστατικά να δηλώνονται άμεσα από τα συνεργαζόμενα εργαστήρια. Τα κρούσματα διερευνώνται εντός 24 έως 48 ωρών και ενημερώνονται οι αρμόδιοι δήμοι, οι περιφέρειες και οι τοπικές μονάδες υγείας.
Παράλληλα, υπάρχει εθνικό Σχέδιο Δράσης που προβλέπει διαφορετικές ενέργειες πρόληψης και απόκρισης ανάλογα με το επίπεδο κινδύνου κάθε περιοχής.
Κρίσιμος ο ρόλος Δήμων και Περιφερειών
Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη των κεντρικών υγειονομικών αρχών.
Ο ΕΟΔΥ επισημαίνει την ανάγκη για γρήγορη απόκριση των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης και εντατικοποίηση των δράσεων διαχείρισης των κουνουπιών, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου καταγράφεται αυξημένος κίνδυνος.
Η αποτελεσματική πρόληψη απαιτεί ένα σύστημα στο οποίο η επιδημιολογική πληροφορία μετατρέπεται γρήγορα σε στοχευμένη δράση σε τοπικό επίπεδο.
Αυτό αποτελεί και χαρακτηριστικό παράδειγμα αστικής και περιφερειακής ανθεκτικότητας: οι τοπικές αρχές χρειάζονται μηχανισμούς που μπορούν να προσαρμόζονται γρήγορα όταν οι περιβαλλοντικές συνθήκες μεταβάλλουν έναν υγειονομικό κίνδυνο.
Τι πρέπει να κάνουν οι πολίτες
Ο ΕΟΔΥ τονίζει ότι δεν χρειάζεται πανικός, αλλά ενημέρωση, εγρήγορση και συνέπεια στα μέτρα προστασίας.
Συνιστά τη χρήση εγκεκριμένων εντομοαπωθητικών σώματος και χώρου σύμφωνα με τις οδηγίες, σήτες και κουνουπιέρες, καθώς και μακριά ρούχα ιδιαίτερα από το σούρουπο και μετά, όπου αυτό είναι εφικτό.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, ανθρώπους με ανοσοκαταστολή και άτομα με χρόνια υποκείμενα νοσήματα, καθώς διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.
Εξίσου σημαντική είναι η εξάλειψη των εστιών στάσιμου νερού σε αυλές, κήπους, βεράντες, ταράτσες, οικόπεδα και άλλους ιδιωτικούς χώρους.
Δοχεία και αντικείμενα που μπορούν να συγκρατήσουν νερό πρέπει να αδειάζουν, να καλύπτονται ή να αναποδογυρίζονται, ενώ το νερό όπου χρειάζεται να παραμένει πρέπει να ανανεώνεται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Ο ΕΟΔΥ υπογραμμίζει ότι η συμμετοχή των πολιτών είναι καθοριστική, καθώς οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να παρέμβουν στους ιδιωτικούς χώρους.
Η υγεία ως μέρος της κλιματικής ανθεκτικότητας
Η φετινή εικόνα του ιού του Δυτικού Νείλου αποτελεί υπενθύμιση ότι οι περιβαλλοντικές μεταβολές μπορούν να αποκτήσουν άμεσο ανθρώπινο και κοινωνικό αποτύπωμα.
Η προσαρμογή σε ένα θερμότερο και περισσότερο ασταθές κλίμα απαιτεί επομένως κάτι περισσότερο από αντιπλημμυρικά έργα, ενεργειακές παρεμβάσεις ή προστασία των οικοσυστημάτων.
Χρειάζεται ισχυρή επιδημιολογική επιτήρηση, έγκαιρη πρόληψη, αποτελεσματική τοπική αυτοδιοίκηση και ενημερωμένους πολίτες.
Ο ΕΟΔΥ επιμένει ότι δεν υπάρχουν σήμερα στοιχεία που να δείχνουν μεταβολή της συμπεριφοράς του ίδιου του ιού. Υπάρχουν, όμως, περιβαλλοντικές και κλιματικές παράμετροι που επηρεάζουν τους πληθυσμούς των κουνουπιών και την ένταση της μετάδοσης.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάσταση για τη βιώσιμη ανάπτυξη: η κλιματική ανθεκτικότητα μιας χώρας θα μετριέται όλο και περισσότερο και από την ικανότητά της να προστατεύει την υγεία των πολιτών της απέναντι σε κινδύνους που επηρεάζονται από το μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

