Η έννοια του πλούτου αλλάζει. Η οικονομική ισχύς μιας χώρας δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στο ΑΕΠ, στις επενδύσεις ή στην αξία των υποδομών της. Ένα ολοένα σημαντικότερο μέρος της βρίσκεται στα δάση, στο νερό, στα εύφορα εδάφη, στις θάλασσες και στη βιοποικιλότητά της.
Πρόκειται για το λεγόμενο φυσικό κεφάλαιο, δηλαδή το σύνολο των φυσικών πόρων και οικοσυστημάτων που υποστηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα και την ανθρώπινη ευημερία.
Για την Ελλάδα, η συγκεκριμένη συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η μεγάλη ακτογραμμή, τα νησιωτικά και ορεινά οικοσυστήματα, τα δάση, οι υγρότοποι, οι γεωργικές εκτάσεις και η πλούσια βιοποικιλότητα αποτελούν περιουσιακά στοιχεία τεράστιας αξίας.
Και σε αντίθεση με άλλες μορφές κεφαλαίου, όταν ένα οικοσύστημα καταστραφεί, η αποκατάστασή του μπορεί να απαιτήσει δεκαετίες – ή να αποδειχθεί αδύνατη.
Βιοποικιλότητα με πραγματική οικονομική αξία
Η προστασία της βιοποικιλότητας συχνά αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως περιβαλλοντικό ζήτημα. Στην πραγματικότητα, όμως, συνδέεται άμεσα με την παραγωγή και την οικονομία.
Οι επικονιαστές υποστηρίζουν τις καλλιέργειες, τα υγιή εδάφη εξασφαλίζουν γεωργική παραγωγικότητα, ενώ τα ισχυρά οικοσυστήματα είναι περισσότερο ανθεκτικά απέναντι σε ασθένειες και στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Αντίστοιχα, τα δάση συγκρατούν το έδαφος, δεσμεύουν άνθρακα και συμβάλλουν στη διαχείριση των υδάτων. Οι υγρότοποι μπορούν να λειτουργήσουν ως φυσικά «σφουγγάρια» απέναντι σε πλημμυρικά φαινόμενα, ενώ τα παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα στηρίζουν την αλιεία, τον τουρισμό και ολόκληρες τοπικές οικονομίες.
Αυτές οι λειτουργίες είναι γνωστές ως οικοσυστημικές υπηρεσίες. Μπορεί να μην εμφανίζονται εύκολα στους οικονομικούς ισολογισμούς, έχουν όμως πραγματική και συχνά πολύ μεγάλη οικονομική αξία.
Το νερό εξελίσσεται σε στρατηγικό κεφάλαιο
Ιδιαίτερη θέση στο φυσικό κεφάλαιο της Ελλάδας κατέχει το νερό.
Η κλιματική αλλαγή και η αυξανόμενη συχνότητα περιόδων ξηρασίας δημιουργούν νέες πιέσεις στα διαθέσιμα αποθέματα, την ώρα που οι ανάγκες της γεωργίας, του τουρισμού, των πόλεων και της βιομηχανίας παραμένουν υψηλές.
Η αποτελεσματική διαχείριση των υδατικών πόρων επομένως δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντική πολιτική. Μετατρέπεται σε ζήτημα οικονομικής, ενεργειακής και επισιτιστικής ασφάλειας.
Το ίδιο ισχύει για τα εδάφη. Η διάβρωση και η υποβάθμισή τους μπορούν να περιορίσουν την παραγωγικότητα των καλλιεργειών, αυξάνοντας παράλληλα την ανάγκη για νερό, λιπάσματα και άλλες εισροές.
Όταν καταστρέφεται η φύση, ο λογαριασμός περνά στην οικονομία
Η απώλεια φυσικού κεφαλαίου έχει ένα κόστος που γίνεται ολοένα περισσότερο ορατό.
Οι πλημμύρες και οι πυρκαγιές προκαλούν ζημιές σε κατοικίες, επιχειρήσεις και δημόσιες υποδομές. Η υποβάθμιση των υδάτων αυξάνει το κόστος επεξεργασίας τους. Η καταστροφή φυσικών τοπίων μπορεί να πλήξει την ελκυστικότητα τουριστικών προορισμών, ενώ η μείωση της γεωργικής παραγωγικότητας επηρεάζει τόσο τους παραγωγούς όσο και τις τιμές των τροφίμων.
Το κόστος μεταφέρεται τελικά στις επιχειρήσεις, στα νοικοκυριά, στις ασφαλιστικές εταιρείες και στον κρατικό προϋπολογισμό.
Υπάρχει όμως και μια σημαντική κοινωνική διάσταση. Οι ελλείψεις νερού, οι ακραίες θερμοκρασίες, οι φυσικές καταστροφές και η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής δεν επηρεάζουν όλους με τον ίδιο τρόπο. Οι οικονομικά και κοινωνικά ευάλωτες ομάδες είναι συνήθως περισσότερο εκτεθειμένες.
Από την προστασία της φύσης στην επένδυση
Η μεγάλη αλλαγή που συντελείται διεθνώς είναι ακριβώς αυτή: η φύση αρχίζει να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως κάτι που πρέπει να προστατευθεί, αλλά ως κεφάλαιο στο οποίο πρέπει να επενδύσουμε.
Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει καλύτερη διαχείριση του νερού, προστασία και αποκατάσταση δασών και υγροτόπων, αναγέννηση υποβαθμισμένων εδαφών, προστασία της βιοποικιλότητας και μεγαλύτερη αξιοποίηση λύσεων που βασίζονται στη φύση.
Νέες τεχνολογίες μπορούν να επιταχύνουν αυτή τη μετάβαση. Δορυφορικά δεδομένα, γεωργία ακριβείας, αισθητήρες, τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακή παρακολούθηση επιτρέπουν πλέον πολύ αποτελεσματικότερη διαχείριση των φυσικών πόρων.
Η τεχνολογία, ωστόσο, δεν αρκεί χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η Ελλάδα διαθέτει έναν φυσικό πλούτο που δύσκολα αποτιμάται μόνο σε ευρώ: νερό, γη, δάση, θάλασσες, τοπία και εξαιρετικά πλούσια βιοποικιλότητα.
Η διατήρησή τους δεν βρίσκεται απέναντι στην οικονομική ανάπτυξη. Αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις της.
Γιατί στη νέα εποχή της κλιματικής αβεβαιότητας, πλούσια χώρα δεν θα είναι μόνο εκείνη που παράγει περισσότερο, αλλά και εκείνη που καταφέρνει να προστατεύει τους φυσικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται η παραγωγή και η ευημερία της.

