Παρά την αυξανόμενη πίεση από ρυθμιστικές αρχές και επενδυτές, οι περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις παγκοσμίως δυσκολεύονται να καταρτίσουν πειστικά σχέδια μετάβασης προς την κλιματική ουδετερότητα, σύμφωνα με μελέτη της London School of Economics and Political Science (LSE).
Η ανάλυση 2.000 εισηγμένων εταιρειών, με συνολική κεφαλαιοποίηση 87 τρισ. δολάρια, αποκαλύπτει ότι:
μόλις 2% έχουν σαφή σχέδια απανθρακοποίησης,
πάνω από το 95% αναγνωρίζουν την κλιματική αλλαγή ως κρίσιμο ζήτημα, αλλά μόνο το 10% διαθέτει υψηλής ποιότητας διαχείριση,
ενώ το 22% δεν πληροί καν βασικά κριτήρια (πολιτική για το κλίμα, γνωστοποίηση εκπομπών, στόχοι μείωσης).
Κενά και προκλήσεις
Η μελέτη καταγράφει:
έλλειψη κεφαλαίων που κατευθύνονται στην απανθρακοποίηση,
υπερβολική εξάρτηση από μη δοκιμασμένες τεχνολογίες,
ανεπαρκείς αποκαλύψεις για τις έμμεσες εκπομπές (scope 3) στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Σε δείγμα 550 εταιρειών που αξιολογήθηκαν με βάση τη Συμφωνία του Παρισιού, η πλειοψηφία εμφανίζεται 61% πάνω από τα επιτρεπτά όρια εκπομπών για τον στόχο του +1,5°C. Οι πιο «εκτός τροχιάς» τομείς είναι το αλουμίνιο και η εξόρυξη άνθρακα, ενώ η ναυτιλία ξεχωρίζει θετικά χάρη σε φιλόδοξους στόχους μεγάλων παικτών.
Μικρή αλλά ουσιαστική πρόοδος
Το 30% των εταιρειών θεωρείται σήμερα ότι ευθυγραμμίζεται με σενάριο +1,5°C, έναντι μόλις 9% το 2020. Ωστόσο, οι ερευνητές προειδοποιούν: η αξιοπιστία των σχεδίων θα κριθεί από το αν είναι και φιλόδοξα και εφαρμόσιμα στην πράξη.
Μήνυμα για τη βιώσιμη ανάπτυξη: Η έρευνα υπενθυμίζει πως οι δεσμεύσεις χωρίς σχέδιο δεν αρκούν. Για να αποφευχθεί η κλιματική κρίση, οι εταιρείες οφείλουν να περάσουν από τη «γλώσσα των στόχων» στη γλώσσα της υλοποίησης.

