Σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα των «βιώσιμων» χρηματοοικονομικών προϊόντων εντοπίζει η ολλανδική εποπτική αρχή AFM (Authority for the Financial Markets), προειδοποιώντας ότι το 2026 θα σηματοδοτήσει αυστηρότερη εποπτεία των sustainability claims στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της αρχής, αρκετά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα χρησιμοποιούν δηλώσεις βιωσιμότητας που χαρακτηρίζονται υπερβολικές, ασαφείς ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένες σε σχέση με τα πραγματικά χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των επενδυτικών στρατηγικών που προσφέρουν. Τέτοιου είδους πρακτικές, επισημαίνει η AFM, ενέχουν τον κίνδυνο παραπλάνησης επενδυτών και καταναλωτών.
Η ολλανδική αρχή υπογραμμίζει ότι οι ισχυρισμοί βιωσιμότητας οφείλουν να είναι σαφείς, συγκεκριμένοι και επαληθεύσιμοι, με ξεκάθαρη σύνδεση ανάμεσα σε όσα επικοινωνούνται και σε όσα εφαρμόζονται στην πράξη. Γενικόλογες διατυπώσεις, συγκρίσεις χωρίς επαρκές πλαίσιο ή αναφορές που δημιουργούν εντυπώσεις δυσανάλογες με το πραγματικό περιβαλλοντικό ή κοινωνικό αποτύπωμα κρίνονται προβληματικές και αντίθετες με τις ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές.
Η AFM ξεκαθαρίζει ότι εντός του 2026 θα εντείνει τους ελέγχους στον τρόπο με τον οποίο τράπεζες, διαχειριστές κεφαλαίων και πάροχοι επενδυτικών προϊόντων επικοινωνούν τη βιωσιμότητα. Το μήνυμα προς την αγορά είναι σαφές: η χρήση «πράσινων» όρων χωρίς αυστηρή τεκμηρίωση δεν αποτελεί πλέον αποδεκτή πρακτική μάρκετινγκ, αλλά δυνητική παράβαση κανόνων συμμόρφωσης.
Η παρέμβαση της ολλανδικής αρχής εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο αυξημένης προσοχής απέναντι στο greenwashing, καθώς η βιώσιμη χρηματοδότηση μεταβαίνει σταδιακά από αφηρημένη αφήγηση σε μετρήσιμο, ελέγξιμο και ρυθμιζόμενο πεδίο. Για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αυτό σημαίνει ότι κάθε sustainability claim θα πρέπει πλέον να αντέχει τόσο στον έλεγχο των ρυθμιστικών αρχών όσο και στη σύγκριση με τις πραγματικές τους επιδόσεις σε θέματα ESG.

