Η Γερμανία σχεδιάζει να αναμορφώσει από το 2027 το σύστημα χρηματοδότησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, επιδιώκοντας να συνδέσει στενότερα τις επιδοτήσεις με τις ανάγκες της αγοράς και τη δυνατότητα του ηλεκτρικού δικτύου να απορροφά την παραγόμενη ενέργεια.
Η μεταρρύθμιση έρχεται σε μια περίοδο ταχείας ανάπτυξης των φωτοβολταϊκών και των αιολικών εγκαταστάσεων, η οποία δεν έχει συνοδευτεί από αντίστοιχη επέκταση των δικτύων μεταφοράς και διανομής. Το αποτέλεσμα είναι η συχνότερη εμφάνιση συμφόρησης, αρνητικών τιμών στη χονδρική αγορά και αναγκαστικών περικοπών της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
Σύμφωνα με το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου, τα νέα έργα θα λαμβάνουν οικονομική στήριξη με βάση το κατά πόσο προσαρμόζουν την παραγωγή τους στη ζήτηση και συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας. Η προσέγγιση αυτή μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την απλή εγκατάσταση νέας ισχύος προς την αποτελεσματικότερη ενσωμάτωσή της στο ενεργειακό σύστημα.
Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης προβλέπεται η σταδιακή κατάργηση των σταθερών εγγυημένων τιμών απορρόφησης για τις νέες εγκαταστάσεις. Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί, που συνήθως εξασφάλιζαν σταθερά έσοδα για διάστημα έως 20 ετών, συνέβαλαν σημαντικά στην ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών στη Γερμανία.
Η αλλαγή του μοντέλου ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση των επενδυτών στις διακυμάνσεις της αγοράς. Τα έργα χερσαίας αιολικής και ηλιακής ενέργειας αντιμετωπίζουν ήδη υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, χαμηλότερα έσοδα σε περιόδους υπερπαραγωγής και αυξανόμενο αριθμό ωρών με μηδενικές ή αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Παρά τις αλλαγές, ο εθνικός στόχος παραμένει η κάλυψη του 80% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έως το 2030, από περίπου 58% σήμερα. Προβλέπονται επίσης πρόσθετοι διαγωνισμοί για νέα αιολική ισχύ, ώστε να διατηρηθεί η δυναμική της ενεργειακής μετάβασης.
Η υστέρηση των δικτύων
Η ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ έχει καταστήσει εμφανή την ανάγκη για παράλληλες επενδύσεις στα δίκτυα, στην αποθήκευση ενέργειας και στην ευελιξία της ζήτησης. Όταν το δίκτυο αδυνατεί να μεταφέρει την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, οι διαχειριστές περιορίζουν προσωρινά τη λειτουργία αιολικών και φωτοβολταϊκών μονάδων.
Οι παραγωγοί αποζημιώνονται για την ενέργεια που δεν μπόρεσαν να διοχετεύσουν στο σύστημα, δημιουργώντας πρόσθετο κόστος για το κράτος και τους καταναλωτές. Οι σχετικές αποζημιώσεις εκτιμάται ότι μπορούν να φτάσουν έως και τα 3 δισ. ευρώ, επιπλέον της συνολικής δημόσιας στήριξης προς τις ανανεώσιμες πηγές.
Το γερμανικό κράτος αναμένεται να διαθέσει περίπου 16 δισ. ευρώ μέσα στο έτος για τη χρηματοδότηση του υφιστάμενου μηχανισμού. Η συζήτηση για τον περιορισμό του κόστους εντείνεται, καθώς η χώρα επιδιώκει να διατηρήσει την κοινωνική αποδοχή της ενεργειακής μετάβασης χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα τον κρατικό προϋπολογισμό και τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Το σχέδιο προβλέπει ότι οι διαχειριστές δικτύων θα μπορούν να μειώνουν τις αποζημιώσεις για νέες μονάδες που εγκαθίστανται σε περιοχές με συχνά προβλήματα συμφόρησης. Στόχος είναι να αποθαρρύνεται η ανάπτυξη έργων σε σημεία όπου δεν υπάρχει επαρκής δυνατότητα σύνδεσης και να κατευθύνονται οι επενδύσεις σε περιοχές με μεγαλύτερες ανάγκες ή διαθέσιμη χωρητικότητα.
Η ρύθμιση είναι ηπιότερη από προηγούμενες προτάσεις, οι οποίες είχαν προκαλέσει αντιδράσεις λόγω του κινδύνου να αυξηθεί η αβεβαιότητα για την υλοποίηση νέων έργων.
Ανώτατα όρια και ανάκτηση υπερκερδών
Για την προσαρμογή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων, η μεταρρύθμιση περιλαμβάνει ανώτατο όριο στις επιδοτήσεις και μηχανισμό ανάκτησης υπερβάλλοντων εσόδων. Όταν οι τιμές της αγοράς είναι χαμηλές, το κράτος θα μπορεί να συμπληρώνει τα έσοδα των παραγωγών, ενώ όταν ξεπερνούν ένα προκαθορισμένο επίπεδο, μέρος των πρόσθετων κερδών θα επιστρέφεται.
Το σύστημα αυτό προσεγγίζει το μοντέλο των Συμβάσεων Διαφοράς, το οποίο μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις επενδύσεις και παράλληλα να προστατεύει το δημόσιο από υπερβολικές αποδόσεις σε περιόδους υψηλών τιμών.
Η αποτελεσματικότητά του θα εξαρτηθεί από τον τρόπο καθορισμού των τιμών αναφοράς, τη διάρκεια των συμβάσεων και τη δυνατότητα να διατηρηθεί επαρκές επενδυτικό ενδιαφέρον για νέα έργα.
Μεγαλύτερος ρόλος για τις μπαταρίες
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αποθήκευση ενέργειας. Για μεγαλύτερα φωτοβολταϊκά έργα θα απαιτείται συχνότερα η εγκατάσταση μπαταριών, ώστε η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται τις ώρες έντονης ηλιοφάνειας να μπορεί να διοχετεύεται αργότερα, όταν η ζήτηση είναι υψηλότερη.
Η ενίσχυση της αποθήκευσης μπορεί να περιορίσει τις περικοπές παραγωγής, τις αρνητικές τιμές και την ανάγκη χρήσης συμβατικών μονάδων κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες. Παράλληλα, αυξάνει την ανθεκτικότητα του συστήματος και διευκολύνει την ενσωμάτωση μεγαλύτερου ποσοστού μεταβλητών ανανεώσιμων πηγών.
Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης την κατάργηση των επιδοτήσεων για νέες φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις ισχύος κάτω των 25 κιλοβάτ. Η διάταξη αυτή μπορεί να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες, αλλά δημιουργεί ερωτήματα για τη μελλοντική συμμετοχή νοικοκυριών, μικρών επιχειρήσεων και ενεργειακών κοινοτήτων στην αποκεντρωμένη παραγωγή.
Για να διατηρηθεί η κοινωνική διάσταση της ενεργειακής μετάβασης, ενδέχεται να απαιτηθούν εναλλακτικά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως χαμηλότοκα δάνεια, προγράμματα αυτοκατανάλωσης, στήριξη ενεργειακών κοινοτήτων και μέτρα για νοικοκυριά με περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια.
Από την αύξηση της ισχύος στην ολοκληρωμένη μετάβαση
Η γερμανική μεταρρύθμιση αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή στις πολιτικές για τις ανανεώσιμες πηγές. Καθώς η εγκατεστημένη ισχύς αυξάνεται, η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης εξαρτάται όλο και περισσότερο από την ανάπτυξη δικτύων, την αποθήκευση, την ψηφιακή διαχείριση της ζήτησης και τη διασύνδεση διαφορετικών περιοχών.
Η μείωση των επιδοτήσεων χωρίς προηγούμενη ενίσχυση των υποδομών θα μπορούσε να επιβραδύνει τις επενδύσεις και να δυσχεράνει την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Αντίθετα, ένα σύστημα που επιβραβεύει την ευελιξία, την αποθήκευση και την παραγωγή στις ώρες υψηλής ζήτησης μπορεί να περιορίσει το συνολικό κόστος και να αυξήσει την αξιοπιστία του δικτύου.
Το σχέδιο νόμου παραμένει σε διαβούλευση και ενδέχεται να τροποποιηθεί. Η τελική του μορφή θα αποτελέσει σημαντικό δείκτη για το πώς μια μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία επιχειρεί να περάσει από την ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών σε ένα πιο ώριμο, ανθεκτικό και οικονομικά βιώσιμο ενεργειακό σύστημα.

