Ένα απρόσμενο «σύμμαχο» στη μάχη κατά της πλαστικής ρύπανσης αναδεικνύει νέα επιστημονική μελέτη, σύμφωνα με την οποία το είδος κατσαρίδας Blaptica dubia μπορεί να συμβάλει στην αποδόμηση του πολυστυρενίου, ενός από τα πιο ανθεκτικά και διαδεδομένα πλαστικά υλικά.
Το πολυστυρένιο χρησιμοποιείται ευρέως σε συσκευασίες και προϊόντα μίας χρήσης, ωστόσο η διάσπασή του στο περιβάλλον είναι εξαιρετικά αργή, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε μικροπλαστικά που παραμένουν για χρόνια σε έδαφος και υδάτινα οικοσυστήματα, μεταφέροντας παράλληλα και άλλους ρύπους στην τροφική αλυσίδα.
Η μελέτη, που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Χαρμπίν σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Science and Ecotechnology, έδειξε ότι οι συγκεκριμένες κατσαρίδες μπορούν να αποδομήσουν σχεδόν το 55% του πολυστυρενίου που καταναλώνουν μέσα σε διάστημα 42 ημερών.
Υπό εργαστηριακές συνθήκες, κάθε έντομο κατανάλωνε περίπου 6 mg πολυστυρενίου ημερησίως, με την πραγματική χημική αποδόμηση να φτάνει τα 3,3 mg ανά ημέρα. Οι επιδόσεις αυτές κρίνονται ιδιαίτερα υψηλές σε σύγκριση με άλλα έντομα που έχουν μελετηθεί για παρόμοιες ιδιότητες.
Κομβικό ρόλο στη διαδικασία φαίνεται να παίζουν οι μικροοργανισμοί που βρίσκονται στο έντερο της κατσαρίδας. Η ανάλυση του μικροβιώματος έδειξε ότι η κατανάλωση πλαστικού ενισχύει την παρουσία βακτηρίων όπως τα Pseudomonas, Citrobacter, Klebsiella και Stenotrophomonas, τα οποία είναι γνωστά για την ικανότητά τους να διασπούν ανθεκτικές οργανικές ενώσεις.
Παράλληλα, καταγράφηκε αυξημένη δραστηριότητα ενζύμων που σχετίζονται με οξειδωτικές διεργασίες, δηλαδή μηχανισμούς απαραίτητους για τη διάσπαση των πολυμερών. Οι επιστήμονες εντόπισαν επίσης σαφή σημάδια χημικής αλλοίωσης του πολυστυρενίου, όπως μείωση του μοριακού του βάρους και εμφάνιση νέων οξυγονούχων ενώσεων.
Μετά τη διάσπαση από τα μικρόβια, φαίνεται ότι ο ίδιος ο οργανισμός της κατσαρίδας αξιοποιεί τα παραγόμενα μόρια. Η έρευνα έδειξε αυξημένη δραστηριότητα σε μεταβολικές διαδικασίες παραγωγής ενέργειας, γεγονός που υποδηλώνει ότι μέρος των προϊόντων διάσπασης χρησιμοποιείται ως «καύσιμο».
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η ανακάλυψη δεν σημαίνει πως τα έντομα αυτά μπορούν να αποτελέσουν άμεση λύση στο πρόβλημα της πλαστικής ρύπανσης. Ωστόσο, το έντερο της κατσαρίδας λειτουργεί ως ένα φυσικό «βιοαντιδραστήριο», το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών βιοαποκατάστασης.
Η αξιοποίηση των μικροοργανισμών και των ενζύμων που εμπλέκονται στη διαδικασία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για καινοτόμες λύσεις ανακύκλωσης και διαχείρισης πλαστικών αποβλήτων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αντιμετώπιση μιας από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές προκλήσεις της εποχής.

