Σημαντικές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία και την πρόσβαση σε υπηρεσίες περίθαλψης στην Ελλάδα αναδεικνύει η νέα έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή) για το 2025, η οποία καταγράφει την κατάσταση υγείας, τις συνήθειες και τις ανάγκες του πληθυσμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 7% των πολιτών ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει ότι βρίσκεται σε κακή ή πολύ κακή κατάσταση υγείας, ενώ το 14,5% αξιολογεί την υγεία του ως μέτρια. Αντίθετα, η πλειονότητα, σε ποσοστό 78,5%, δηλώνει καλή ή πολύ καλή υγεία. Παράλληλα, το 24% του πληθυσμού αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα υγείας, με υψηλότερα ποσοστά στις γυναίκες (26,5%) σε σχέση με τους άνδρες (21,4%).
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού αντιμετωπίζει περιορισμούς στην καθημερινότητά του λόγω προβλημάτων υγείας. Συγκεκριμένα, το 8,7% έχει περιορίσει σημαντικά δραστηριότητες για διάστημα άνω των έξι μηνών, ενώ επιπλέον 9,1% δηλώνει μικρότερους αλλά υπαρκτούς περιορισμούς.
Σε ό,τι αφορά τη σωματική διάπλαση, ο ΔΜΣ (Δείκτης Μάζας Σώματος – δείκτης που συνδέει βάρος και ύψος για την εκτίμηση της παχυσαρκίας) καταδεικνύει αυξημένα ποσοστά υπέρβαρου και παχυσαρκίας. Το 42,1% του πληθυσμού είναι υπέρβαρο και το 12,9% παχύσαρκο, ενώ μόλις το 43,1% βρίσκεται σε φυσιολογικό βάρος. Ιδιαίτερα υψηλό είναι το ποσοστό υπέρβαρων ανδρών, που φτάνει το 48,5%.
Σημαντικές δυσκολίες καταγράφονται και σε βασικές λειτουργίες. Το 17,3% αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης, το 9,9% δυσκολίες ακοής, ενώ το 15,1% δηλώνει δυσκολία στην κινητικότητα. Αντίστοιχα ποσοστά καταγράφονται για τη μνήμη και τη συγκέντρωση (9,9%), τη φροντίδα του εαυτού (8%) και την επικοινωνία (5,2%). Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα προβλήματα αυτά εντοπίζονται κυρίως σε άτομα άνω των 65 ετών.
Παράλληλα, η έρευνα αναδεικνύει σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Από όσους χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία τον τελευταίο χρόνο (57,6% του πληθυσμού), το 21,5% δεν την έλαβε κάθε φορά που τη χρειάστηκε. Το πρόβλημα είναι εντονότερο στα χαμηλότερα εισοδήματα, καθώς το ποσοστό φτάνει το 20,5% στον φτωχό πληθυσμό, έναντι 10,5% στους μη φτωχούς.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στις υπηρεσίες στοματικής υγείας. Σχεδόν οι μισοί πολίτες χρειάστηκαν οδοντιατρική φροντίδα, ωστόσο το 30,5% δεν την έλαβε πάντα όταν τη χρειάστηκε, κυρίως για οικονομικούς λόγους, που αναφέρονται από το 71,6% των περιπτώσεων.
Σε επίπεδο καθημερινών συνηθειών, περίπου το 11,8% του πληθυσμού δεν ασκείται καθόλου, ενώ η διατροφή εμφανίζει μικτά χαρακτηριστικά, με περίπου 6 στους 10 να καταναλώνουν καθημερινά φρούτα και λαχανικά. Την ίδια ώρα, το 22,6% δηλώνει καθημερινό κάπνισμα, με σημαντικά υψηλότερα ποσοστά στους άνδρες, ενώ το 3,8% καταναλώνει αλκοόλ σε καθημερινή βάση.
Τέλος, η οικονομική επιβάρυνση για την υγεία παραμένει σημαντική, με το 6,2% του πληθυσμού να δηλώνει ότι επιβαρύνθηκε ιδιαίτερα για ιατρικές υπηρεσίες, το 3,6% για οδοντιατρική φροντίδα και το 10,5% για φάρμακα και βιταμίνες.
Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν τη στενή σύνδεση μεταξύ υγείας, κοινωνικών ανισοτήτων και οικονομικών δυνατοτήτων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για πολιτικές που ενισχύουν την πρόληψη, τη δημόσια υγεία και την ισότιμη πρόσβαση σε υπηρεσίες, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής βιώσιμης ανάπτυξης.

