139 χρόνια από τη γέννηση του θεμελιωτή της μοντέρνας αρχιτεκτονικής – Οι 21 ημέρες στην Ακρόπολη που τον σημάδεψαν και η ελληνική κληρονομιά ως δρόμος προς το μέλλον
Ήταν μόλις 20 ετών όταν ανέβαινε ξανά και ξανά στην Ακρόπολη. Για 21 ημέρες, σχεδόν τελετουργικά, ο νεαρός Σαρλ-Εντουάρ Ζανρέ-Γκρι παρατηρούσε τον Παρθενώνα, σχεδίαζε τις λεπτομέρειές του, κρατούσε σημειώσεις και προσπαθούσε να κατανοήσει αυτό που έβλεπε.
Κάποιες φορές έπεφτε μπρούμυτα στο έδαφος και παρατηρούσε από χαμηλά τις αρχαίες κολώνες. Άλλοτε στεκόταν για ώρες στην ανατολική πλευρά του ναού.
Ο νεαρός επισκέπτης θα γινόταν λίγα χρόνια αργότερα γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο με ένα άλλο όνομα:
Λε Κορμπιζιέ (Le Corbusier).
Ο άνθρωπος που έμελλε να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της μοντέρνας αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας γεννήθηκε σαν σήμερα, πριν από 139 χρόνια.
Και η εμπειρία της Ακρόπολης θα τον συνόδευε σε ολόκληρη τη δημιουργική του πορεία.
«Στην Ακρόπολη έμαθα να σκέφτομαι»
Για τον Λε Κορμπιζιέ, ο Παρθενώνας δεν ήταν απλώς ένα κορυφαίο μνημείο της αρχαιότητας.
Ήταν ένα μάθημα αρχιτεκτονικής.
Χρόνια αργότερα θα θυμόταν τις 21 ημέρες κατά τις οποίες εργαζόταν αδιάκοπα πάνω στον Ιερό Βράχο, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει την αρχιτεκτονική του.
Όπως ο ίδιος περιέγραφε, έφυγε από την Ακρόπολη έχοντας πάρει μια ιδέα μιας «αδιαφιλονίκητης αλήθειας».
Η εμπειρία αυτή δεν έμεινε μια νεανική ανάμνηση.
Το 1933, σε διάλεξή του στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αναγνωρισμένος πλέον διεθνώς, εξηγούσε ότι σε όλη τη δημιουργική του διαδρομή είχε την Ακρόπολη «στο βάθος» του εαυτού του.
«Στον Παρθενώνα πρέπει να ανεβαίνεις με τα γόνατα»
Ο θαυμασμός του για το μνημείο ήταν τέτοιος ώστε, δεκαετίες αργότερα, όταν ρωτήθηκε πώς πρέπει να ανεβαίνει κάποιος στην Ακρόπολη για να αντικρίσει τον Παρθενώνα –πεζή ή με αυτοκίνητο– έδωσε μία χαρακτηριστική απάντηση:
«Με τα γόνατα!»
Για τον Λε Κορμπιζιέ, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατορθώσει κάτι παράδοξο και συγκλονιστικό.
Είχαν μετατρέψει το μάρμαρο σε ένα έργο τέτοιας ακρίβειας και τέχνης, ώστε ο επισκέπτης, όπως έλεγε, δεν μπορούσε παρά να «βγάλει το καπέλο του».
Ο Παρθενώνας τού επέτρεψε μάλιστα να αμφισβητήσει την ίδια τη στενή έννοια της λειτουργικότητας στην αρχιτεκτονική.
Ένα κτίριο, σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, δεν είναι λειτουργικό μόνο όταν εξυπηρετεί μία πρακτική ανάγκη. Μπορεί να είναι λειτουργικό επειδή συγκινεί τον άνθρωπο, δημιουργεί εμπειρίες και επιδρά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον χώρο και τον κόσμο γύρω του.
Η αρχαία κληρονομιά ως δρόμος προς το μέλλον
Εδώ βρίσκεται ίσως και η πιο σύγχρονη διάσταση της σχέσης του Λε Κορμπιζιέ με την Ελλάδα.
Δεν αντιμετώπιζε την Ακρόπολη ως ένα «σπάραγμα» ενός ένδοξου παρελθόντος που πρέπει απλώς να αντιγραφεί.
Την αντιμετώπιζε ως πηγή νέων ιδεών.
Μελέτησε την αλήθεια του κλασικού, αλλά επιχείρησε να την ανασυνθέσει με σύγχρονα υλικά και με τις ανάγκες μιας διαφορετικής εποχής.
Δεν ήθελε να αναπαράγει την παράδοση. Ήθελε να κατανοήσει τις αρχές που την έκαναν διαχρονική.
«Στην Ακρόπολή μου, έμαθα να σκέφτομαι, να κοιτάζω, να πηγαίνω στο βάθος του προβλήματος», θα έλεγε ο ίδιος.
Ο Παρθενώνας ως πρότυπο
Στα κείμενα και τα βιβλία του αφιέρωσε πολλές σελίδες στον Παρθενώνα.
Το φυσικό φως, το τοπίο της Αττικής, οι αναλογίες και η πλαστικότητα του μνημείου δημιουργούσαν, κατά τον ίδιο, έναν μοναδικό συνδυασμό αλήθειας και έμπνευσης.
Ο Παρθενώνας γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από αρχαιολογικό μνημείο.
Γίνεται παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η αρχιτεκτονική μπορεί να ξεπεράσει την εποχή της.
Και αυτό αποτελεί ένα μάθημα που παραμένει επίκαιρο για τη σύγχρονη συζήτηση γύρω από τη βιώσιμη αρχιτεκτονική: η διάρκεια ενός έργου, η σχέση του με το φυσικό περιβάλλον και η ικανότητά του να παραμένει σημαντικό για τις επόμενες γενιές αποτελούν και αυτά στοιχεία της πραγματικής βιωσιμότητας.
Η επιρροή του στην ελληνική αρχιτεκτονική
Από το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο Λε Κορμπιζιέ αποτέλεσε σημείο αναφοράς για πολλούς Έλληνες αρχιτέκτονες.
Οι ιδέες και τα μανιφέστα του επηρέασαν σημαντικά τη διαμόρφωση του Μοντερνισμού στην Ελλάδα, την ώρα που και ο ίδιος επέστρεφε διαρκώς σε έννοιες, χώρους και αξίες που είχε συναντήσει στον ελληνικό πολιτισμό.
Η σχέση αυτή παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: ένας από τους ανθρώπους που επηρέασαν περισσότερο τη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική είχε προηγουμένως επηρεαστεί βαθιά από την αρχιτεκτονική της αρχαίας Ελλάδας.
Ρήξη με την αντιγραφή του παρελθόντος
Ακόμη και η επιλογή του ονόματος Le Corbusier συμβόλιζε τη ρήξη του με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και τη νέα δημιουργική ταυτότητα που οικοδομούσε.
Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε απόρριψη της ιστορίας.
Αντίθετα, ο Λε Κορμπιζιέ θεωρούσε ότι η πραγματική σχέση με την παράδοση δεν βρίσκεται στην αντιγραφή των μορφών της αλλά στην κατανόηση των αρχών της.
Από αυτή τη διαδικασία μπορούσε να προκύψει κάτι νέο, σύγχρονο και αυθεντικό.
Ένα μάθημα και για τη βιώσιμη αρχιτεκτονική
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τις νεανικές επισκέψεις του στην Ακρόπολη, η σχέση του Λε Κορμπιζιέ με τον Παρθενώνα διατηρεί μια ιδιαίτερη επικαιρότητα.
Σε μια εποχή κατά την οποία οι πόλεις αναζητούν τρόπους να γίνουν περισσότερο βιώσιμες και ανθεκτικές, το ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στο παλιό και το νέο, στην πολιτιστική κληρονομιά και τη σύγχρονη δημιουργία, βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο.
Η διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν σημαίνει ότι οι πόλεις πρέπει να παραμένουν ακίνητες στον χρόνο. Και η καινοτομία δεν προϋποθέτει την απόρριψη όσων προηγήθηκαν.
Αυτό ήταν ίσως ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που πήρε ο νεαρός Λε Κορμπιζιέ από τις 21 ημέρες που πέρασε παρατηρώντας τον Παρθενώνα:
για να σχεδιάσεις το μέλλον, πρέπει πρώτα να μάθεις να κοιτάζεις πραγματικά όσα άντεξαν στον χρόνο.
Πηγή αρχικού υλικού: Τ. Α. Μανιατέα – Φωτογραφικό υλικό: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

