Μια νέα επιστημονική μελέτη φέρνει στο προσκήνιο μια λιγότερο γνωστή αλλά ιδιαίτερα ανησυχητική πηγή περιβαλλοντικής ρύπανσης: τη φθορά των ελαστικών των αυτοκινήτων. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Research, τα μικροσκοπικά σωματίδια που αποκολλώνται καθημερινά από τα ελαστικά δεν αποτελούν μόνο μικροπλαστικά απόβλητα, αλλά λειτουργούν και ως φορείς χημικών ουσιών που μπορούν να διεισδύσουν στο έδαφος και τελικά να φτάσουν στις καλλιέργειες και στην ανθρώπινη διατροφή.
Κάθε χρόνο παράγονται παγκοσμίως περίπου 1,5 δισεκατομμύριο ελαστικά, ενώ η φυσική τους φθορά κατά την κίνηση, το φρενάρισμα και τις στροφές απελευθερώνει τεράστιες ποσότητες σωματιδίων στο περιβάλλον. Εκτός από το καουτσούκ, τα σωματίδια αυτά περιέχουν χημικά πρόσθετα που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή των ελαστικών και τα οποία μπορούν να αποδεσμεύονται σταδιακά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Βιέννης, προσομοίωσε πραγματικές γεωργικές συνθήκες. Οι επιστήμονες ενσωμάτωσαν σωματίδια φθαρμένων ελαστικών σε γεωργικό έδαφος, σε συγκεντρώσεις αντίστοιχες με εκείνες που έχουν καταγραφεί δίπλα σε οδικά δίκτυα, και καλλιέργησαν μαρούλι και μηδική (αλφάλφα).
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ορισμένες χημικές ουσίες απελευθερώνονται γρήγορα, ενώ άλλες διαρρέουν σταδιακά από το εσωτερικό του καουτσούκ, μετατρέποντας τα σωματίδια των ελαστικών σε μια μακροχρόνια πηγή ρύπανσης του εδάφους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ουσία 1,3-διφαινυλογουανιδίνη (DPG), η οποία βρέθηκε να συσσωρεύεται τόσο στο έδαφος όσο και στους φυτικούς ιστούς, ιδιαίτερα στο μαρούλι. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η έκθεση των καταναλωτών μέσω της τροφικής αλυσίδας ενδέχεται να έχει μέχρι σήμερα υποεκτιμηθεί.
Παράλληλα, εντοπίστηκε και η 6PPD-κινόνη, μια χημική ένωση που έχει συνδεθεί διεθνώς με μαζικούς θανάτους σολομών σε ποτάμια που δέχονται απορροές από δρόμους. Η παρουσία της τόσο στο έδαφος όσο και στα φυτά δημιουργεί νέα ερωτήματα για τις πιθανές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και στα οικοσυστήματα, τα οποία απαιτούν περαιτέρω επιστημονική διερεύνηση.
Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι τα φυτά μεταβολίζουν ορισμένες από αυτές τις ουσίες, δημιουργώντας νέα παράγωγα, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σύνθετη την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών και υγειονομικών κινδύνων.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν μια νέα διάσταση της ρύπανσης από τις οδικές μεταφορές και υπογραμμίζουν την ανάγκη για αποτελεσματικότερη διαχείριση των μικροπλαστικών, ανάπτυξη ασφαλέστερων υλικών στην αυτοκινητοβιομηχανία και συστηματική παρακολούθηση της ποιότητας των γεωργικών εδαφών, ιδιαίτερα σε περιοχές που γειτνιάζουν με μεγάλους οδικούς άξονες.
Η έρευνα συνδέεται άμεσα με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, ιδιαίτερα με τον Στόχο 3 (Καλή Υγεία και Ευημερία), τον Στόχο 12 (Υπεύθυνη Κατανάλωση και Παραγωγή), τον Στόχο 14 (Ζωή στο Νερό) και τον Στόχο 15 (Ζωή στη Στεριά). Παράλληλα, ενισχύει τη συζήτηση γύρω από την ανάγκη περιορισμού της χημικής ρύπανσης και της διάχυσης μικροπλαστικών στο περιβάλλον, που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας.
Η νέα μελέτη υπενθυμίζει ότι η περιβαλλοντική ρύπανση δεν περιορίζεται στις εμφανείς πηγές. Ακόμη και η καθημερινή χρήση των οχημάτων μπορεί να δημιουργεί αόρατες διαδρομές μεταφοράς χημικών ουσιών από τον δρόμο στο έδαφος και, τελικά, στο πιάτο μας, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο βιώσιμες μεταφορές και κυκλικές πρακτικές παραγωγής.

