Η προγραμματισμένη ολοκλήρωση της αποστολής του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού (ISS) σηματοδοτεί το τέλος μιας ιστορικής εποχής για τη διαστημική εξερεύνηση. Ωστόσο, το σχέδιο της NASA για την ελεγχόμενη επανείσοδο και καταστροφή του σταθμού έχει ανοίξει έναν νέο διάλογο σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των διαστημικών δραστηριοτήτων και την ανάγκη ενίσχυσης της διεθνούς διακυβέρνησης των κοινών φυσικών πόρων.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της NASA, η διαδικασία αποτροχιασμού θα ξεκινήσει σταδιακά από το 2028, με τη φυσική μείωση της τροχιάς του ISS και ελιγμούς από το ρωσικό τμήμα του σταθμού. Στα μέσα του 2029 θα εκτοξευθεί το ειδικό U.S. Deorbit Vehicle (USDV), το οποίο κατασκευάζει η SpaceX, με αποστολή να οδηγήσει τον σταθμό σε ελεγχόμενη επανείσοδο στην ατμόσφαιρα. Η τελική κατάληξη του ISS αναμένεται στα τέλη του 2030 ή στις αρχές του 2031.
Τα τμήματα του σταθμού που δεν θα καούν κατά την επανείσοδο προβλέπεται να καταλήξουν στο Point Nemo, μια απομονωμένη περιοχή του νότιου Ειρηνικού Ωκεανού, γνωστή ως το πιο απομακρυσμένο σημείο από κατοικημένες περιοχές στον πλανήτη. Η επιλογή αυτή γίνεται για λόγους ασφάλειας, ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές και υποδομές.
Ωστόσο, η Ocean Foundation εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για τις πιθανές επιπτώσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Όπως επισημαίνει η οργάνωση, η απουσία ανθρώπινης παρουσίας δεν σημαίνει ότι η περιοχή στερείται οικολογικής αξίας. Παραμένει άγνωστο ποια υλικά θα επιβιώσουν της επανεισόδου, σε ποιες ποσότητες θα φτάσουν στον βυθό και ποιες θα είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη θαλάσσια βιοποικιλότητα.
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα αφορά το κενό του διεθνούς δικαίου. Η Σύμβαση του 1972 για τη διεθνή ευθύνη από διαστημικά αντικείμενα προβλέπει αποζημιώσεις όταν διαστημικά συντρίμμια προκαλούν ζημιές σε κράτη ή ιδιωτικές περιουσίες, δεν καλύπτει όμως επαρκώς τις περιπτώσεις απόρριψης διαστημικών κατασκευών σε διεθνή ύδατα. Ως αποτέλεσμα, δεν υφίσταται σήμερα σαφής υποχρέωση περιβαλλοντικής αποκατάστασης ή αξιολόγησης των επιπτώσεων στα ανοικτά θαλάσσια οικοσυστήματα.
Η Ocean Foundation ζητά την εκπόνηση ολοκληρωμένης περιβαλλοντικής μελέτης, τη δημοσιοποίηση των υλικών που αναμένεται να καταλήξουν στον ωκεανό, καθώς και την αναθεώρηση του διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των θαλασσών απέναντι στις επιπτώσεις της διαστημικής δραστηριότητας.
Η υπόθεση του ISS αναδεικνύει μια νέα διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης, όπου η προστασία του περιβάλλοντος δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη Γη, αλλά επεκτείνεται και στη διαχείριση των δραστηριοτήτων στο διάστημα. Η υπεύθυνη διαχείριση των διαστημικών αποβλήτων και των επανεισόδων αποτελεί πλέον κρίσιμο στοιχείο της αναδυόμενης έννοιας της βιώσιμης διαστημικής οικονομίας (Space Sustainability).
Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, ιδιαίτερα με τον Στόχο 14 (Ζωή στο Νερό) για την προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, τον Στόχο 12 (Υπεύθυνη Κατανάλωση και Παραγωγή), τον Στόχο 13 (Δράση για το Κλίμα) και τον Στόχο 17 (Συνεργασίες για τους Στόχους), καθώς απαιτεί διεθνή συνεργασία, επιστημονική τεκμηρίωση και κοινά πρότυπα διακυβέρνησης.
Η αποστολή του ISS υπήρξε σύμβολο διεθνούς συνεργασίας στην επιστήμη και την τεχνολογία. Η ολοκλήρωσή της αποτελεί πλέον μια ευκαιρία να τεθούν νέοι κανόνες που θα διασφαλίσουν ότι η εξερεύνηση του διαστήματος θα συμβαδίζει με την προστασία του περιβάλλοντος, τόσο στη Γη όσο και πέρα από αυτήν.

