Οι επιχειρήσεις, η διοίκηση και η νομική παραμένουν οι δημοφιλέστερες επιλογές σπουδών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ώρα που οι γυναίκες έχουν αποκτήσει σαφές προβάδισμα μεταξύ των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η εικόνα αλλάζει, ωστόσο, όταν η συζήτηση φτάνει στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, όπου το χάσμα μεταξύ των δύο φύλων παραμένει μεγάλο.
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 σκιαγραφούν έναν ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό χάρτη με 19,1 εκατομμύρια φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά και σημαντικές διαφοροποιήσεις τόσο στις επιλογές σπουδών όσο και στην εκπροσώπηση ανδρών και γυναικών.
Η Ελλάδα ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή εικόνα, με τις γυναίκες να αποτελούν περίπου το 60% των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
19,1 εκατομμύρια φοιτητές στην ΕΕ
Από το σύνολο των φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ΕΕ το 2024, το 59% φοιτούσε σε προγράμματα για την απόκτηση πανεπιστημιακού πτυχίου, ενώ το 29,4% πραγματοποιούσε μεταπτυχιακές σπουδές.
Ένα επιπλέον 3,8% βρισκόταν σε διδακτορικό επίπεδο.
Προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές αντιπροσώπευαν μαζί το 88,4% του συνολικού φοιτητικού πληθυσμού.
Σε ορισμένα κράτη-μέλη το ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο. Στην Πολωνία έφτανε το 98,5%, στη Βουλγαρία και τη Λιθουανία το 97,4%, στην Κροατία το 96,9% και στην Ιταλία το 96,3%.
Η Ελλάδα βρισκόταν επίσης ψηλά, με ποσοστό 96,1%.
Πρώτη επιλογή επιχειρήσεις, διοίκηση και νομική
Τι επιλέγουν όμως να σπουδάσουν οι Ευρωπαίοι;
Περισσότεροι από ένας στους πέντε φοιτητές –ποσοστό 22%– βρίσκονταν σε προγράμματα που σχετίζονται με τις επιχειρήσεις, τη διοίκηση και τη νομική.
Στις σημαντικότερες κατηγορίες ακολουθούν η εκπαίδευση, η υγεία και κοινωνική πρόνοια, καθώς και οι σπουδές μηχανικής, μεταποίησης και κατασκευών.
Ισχυρή παρουσία διατηρούν επίσης οι τέχνες και οι ανθρωπιστικές επιστήμες.
Η κυριαρχία των επιχειρηματικών και διοικητικών σπουδών αποτυπώνεται και στα πτυχία που απονέμονται: περίπου ένα στα τέσσερα πτυχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση προέρχεται από τον ευρύτερο χώρο των επιχειρήσεων, της διοίκησης και του δικαίου.
Οι γυναίκες αποτελούν το 58% των αποφοίτων
Το 2024 περίπου 4,5 εκατομμύρια άνθρωποι ολοκλήρωσαν την τριτοβάθμια εκπαίδευσή τους στην ΕΕ.
Από αυτούς, περίπου 2,6 εκατομμύρια ήταν γυναίκες και 1,9 εκατομμύρια άνδρες. Με άλλα λόγια, οι γυναίκες αντιπροσώπευαν περίπου το 58% των αποφοίτων.
Το γυναικείο προβάδισμα δεν αποτελεί φαινόμενο λίγων μόνο κρατών. Καταγράφηκε σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, όπου το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε κοντά στο 60%.
Οι γυναίκες έχουν ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στις σπουδές υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, ενώ προηγούνται επίσης στον μεγάλο κλάδο επιχειρήσεων, διοίκησης και νομικής.
Το μεγάλο χάσμα στις τεχνολογικές σπουδές
Υπάρχει, ωστόσο, ένας τομέας που διαφοροποιείται έντονα: οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών (ICT).
Μεταξύ των αποφοίτων των συγκεκριμένων προγραμμάτων, οι άνδρες ήταν 3,7 φορές περισσότεροι από τις γυναίκες.
Το στοιχείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη, τα δεδομένα, το cloud computing, η κυβερνοασφάλεια και συνολικά ο ψηφιακός μετασχηματισμός δημιουργούν νέες ειδικότητες και αυξάνουν τη ζήτηση για τεχνολογικές δεξιότητες.
Η μικρότερη συμμετοχή των γυναικών στις σπουδές ICT μπορεί επομένως να μεταφερθεί και στην αγορά εργασίας, περιορίζοντας την εκπροσώπησή τους σε ορισμένα από τα ταχύτερα αναπτυσσόμενα και καλύτερα αμειβόμενα επαγγέλματα.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο στο επίκεντρο
Τα στοιχεία της Eurostat δεν περιγράφουν μόνο τις ακαδημαϊκές προτιμήσεις των νέων Ευρωπαίων. Αποτυπώνουν σε μεγάλο βαθμό και το ανθρώπινο κεφάλαιο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η ευρωπαϊκή οικονομία τα επόμενα χρόνια.
Η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση απαιτούν εργαζομένους με νέες δεξιότητες, από μηχανικούς και ειδικούς πληροφορικής μέχρι επαγγελματίες της ενέργειας, της βιώσιμης χρηματοδότησης και της κυκλικής οικονομίας.
Η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη. Το επόμενο στοίχημα είναι η μεγαλύτερη ισορροπία και στους κλάδους όπου εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις.
Γιατί σε μια οικονομία που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα, η βιώσιμη ανάπτυξη δεν εξαρτάται μόνο από τις επενδύσεις σε ενέργεια και υποδομές. Εξαρτάται εξίσου από τις επενδύσεις στους ανθρώπους και στις δεξιότητες που θα χρειαστεί η επόμενη ημέρα.

