Η στροφή των ταξιδιωτών προς τη φύση, τις υπαίθριες δραστηριότητες και τις αυθεντικές εμπειρίες δημιουργεί νέες ευκαιρίες για τους ορεινούς προορισμούς της Ελλάδας. Ήπειρος, Νότιο Πήλιο και Γορτυνία καταγράφουν θετική εικόνα, αναδεικνύοντας ένα τουριστικό μοντέλο που μπορεί να περιορίσει την εποχικότητα και να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής ανάπτυξης στην περιφέρεια.
Το ελληνικό καλοκαίρι παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θάλασσα. Ωστόσο, ένα διαφορετικό μοντέλο διακοπών κερδίζει σταδιακά χώρο στον τουριστικό χάρτη της χώρας.
Πεζοπορία, rafting και καγιάκ, ποτάμια και φαράγγια, παραδοσιακά χωριά, τοπική γαστρονομία και άμεση επαφή με τη φύση αποτελούν πλέον μέρος της καλοκαιρινής ταξιδιωτικής εμπειρίας για ένα αυξανόμενο κοινό.
Η τάση δημιουργεί νέες προοπτικές για τους ορεινούς προορισμούς, οι οποίοι μπορούν να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μέρος της θερινής τουριστικής κίνησης και ταυτόχρονα να επεκτείνουν την τουριστική τους περίοδο πέρα από τους παραδοσιακούς μήνες αιχμής.
Από τα Ζαγοροχώρια και την Κόνιτσα μέχρι το Νότιο Πήλιο και τη Γορτυνία, η εικόνα δείχνει ότι το ελληνικό βουνό μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κομμάτι ενός πιο διαφοροποιημένου και βιώσιμου τουριστικού μοντέλου.
Η Ήπειρος επενδύει στη δύναμη της φύσης
Χαρακτηριστική είναι η φετινή εικόνα στην Ήπειρο.
Παρά τις δυσκολίες που καταγράφηκαν στην αρχή του καλοκαιριού εξαιτίας των γεωπολιτικών αναταράξεων, η τουριστική κίνηση στα Ζαγοροχώρια και γενικότερα στις ορεινές περιοχές του νομού Ιωαννίνων κινείται σε υψηλά επίπεδα.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, μια τάση που γίνεται ολοένα πιο έντονη στη σύγχρονη τουριστική αγορά.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Νομού Ιωαννίνων, Θεόδωρος Βαντώλας, εμφανίζεται ιδιαίτερα θετικός για την πορεία του επόμενου διαστήματος, εκτιμώντας ότι ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τη ζήτηση, καθώς επανακάμπτει και η αγορά του Ισραήλ.
Η Ήπειρος διαθέτει άλλωστε ένα φυσικό πλεονέκτημα που δύσκολα αντιγράφεται.
Στα Ζαγοροχώρια και την Κόνιτσα, ο Βοϊδομάτης και ο Αώος προσφέρουν δυνατότητες για rafting και καγιάκ, ενώ το Φαράγγι του Βίκου και οι διαδρομές προς τις Δρακολίμνες της Τύμφης και του Σμόλικα προσελκύουν πεζοπόρους και ορειβάτες.
Στα Βόρεια Τζουμέρκα, ο Άραχθος, οι καταρράκτες, τα φαράγγια και τα παραδοσιακά χωριά δημιουργούν ένα διαφορετικό τουριστικό προϊόν, στο οποίο η περιπέτεια συνδυάζεται με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική πολιτιστική ταυτότητα.
Νότιο Πήλιο: Όταν το βουνό συναντά τη θάλασσα
Διαφορετικό αλλά εξίσου ενδιαφέρον είναι το μοντέλο του Νοτίου Πηλίου.
Εδώ, βουνό και θάλασσα δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά. Αντιθέτως, αποτελούν δύο συμπληρωματικά στοιχεία της ίδιας ταξιδιωτικής εμπειρίας.
Η φετινή τουριστική κίνηση χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα υψηλή, τόσο στα ορεινά όσο και στα παραθαλάσσια χωριά.
Σύμφωνα με τον αντιδήμαρχο Τουρισμού, Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού του Δήμου Νοτίου Πηλίου, Απόστολο Καφετζή, μετά από μια μικρή κάμψη κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου, η ροή των επισκεπτών αποκαταστάθηκε πλήρως.
Η περιοχή προσελκύει επισκέπτες από τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία, με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία ταξιδιωτών από τις βαλκανικές χώρες αλλά και από την εγχώρια αγορά.
Οι κρατήσεις, σύμφωνα με την εικόνα των τουριστικών πρακτόρων, ξεπέρασαν τις αρχικές προσδοκίες, ενώ υψηλές είναι και οι πληρότητες στις πτήσεις προς το αεροδρόμιο της Νέας Αγχιάλου.
Η κίνηση αναμένεται να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα έως τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου.
Το συγκριτικό πλεονέκτημα του Πηλίου βρίσκεται ακριβώς στην πολυμορφία του: ο επισκέπτης δεν χρειάζεται να επιλέξει αποκλειστικά ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα. Μπορεί να βιώσει και τα δύο στο ίδιο ταξίδι.
Γορτυνία: Η αυθεντική εμπειρία ως τουριστικό προϊόν
Στην Πελοπόννησο, η Γορτυνία και συνολικά η Ορεινή Αρκαδία αποτυπώνουν μια άλλη ισχυρή τάση του σύγχρονου τουρισμού: την αναζήτηση αυθεντικών εμπειριών.
Η μέχρι στιγμής τουριστική κίνηση χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, με ισχυρότερη ζήτηση κατά τις ημέρες αιχμής.
Ο αντιπεριφερειάρχης Τουρισμού της Περιφέρειας Πελοποννήσου, Θάνος Μιχελόγγονας, εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος και για τον Σεπτέμβριο, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι ταξιδιώτες πραγματοποιούν πλέον τις κρατήσεις τους όλο και πιο κοντά στην ημερομηνία αναχώρησης.
Για τη Γορτυνία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να προσελκύσει περισσότερους επισκέπτες σε συγκεκριμένα Σαββατοκύριακα ή περιόδους αιχμής.
Ο στόχος είναι το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την αρκαδική φύση και τις αυθεντικές εμπειρίες να μετατραπεί, μεταξύ άλλων μέσω της πλατφόρμας VisitPeloponnese, σε σταθερή και βιώσιμη δωδεκάμηνη επισκεψιμότητα.
Από το «ήλιος και θάλασσα» σε ένα πιο σύνθετο μοντέλο
Η εικόνα από τους τρεις προορισμούς δείχνει μια ευρύτερη αλλαγή.
Το μοντέλο «ήλιος και θάλασσα» εξακολουθεί να αποτελεί τον ισχυρότερο πυλώνα του ελληνικού τουρισμού, αλλά δεν είναι πλέον η μοναδική εμπειρία που αναζητά ο επισκέπτης.
Η φύση, η άθληση, η περιπέτεια, η τοπική γαστρονομία, η πολιτιστική ταυτότητα και η γνωριμία με μικρότερες κοινότητες μπορούν να αποτελέσουν τμήματα ενός πιο σύνθετου τουριστικού προϊόντος.
Και αυτή η διαφοροποίηση έχει ιδιαίτερη σημασία για τη βιωσιμότητα του ελληνικού τουρισμού.
Το μεγάλο κέρδος μπορεί να είναι η επιμήκυνση της σεζόν
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του ελληνικού τουριστικού μοντέλου παραμένει η έντονη εποχικότητα.
Οι ορεινοί και φυσιολατρικοί προορισμοί μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπισή της, καθώς πολλές από τις δραστηριότητες που προσφέρουν δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο.
Η πεζοπορία, η ορειβασία, η γαστρονομία, οι πολιτιστικές διαδρομές και η εξερεύνηση της φύσης μπορούν να δημιουργήσουν ταξιδιωτική ζήτηση την άνοιξη και το φθινόπωρο, ενώ αρκετοί ορεινοί προορισμοί διαθέτουν ήδη ισχυρή χειμερινή περίοδο.
Η θετική εικόνα που αναμένεται στην Ήπειρο για τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, αλλά και η επιδίωξη της Γορτυνίας για δωδεκάμηνη επισκεψιμότητα, κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.
Η επιμήκυνση της περιόδου μπορεί να σημαίνει σταθερότερη απασχόληση, μεγαλύτερη διάρκεια λειτουργίας των επιχειρήσεων και καλύτερη αξιοποίηση των τουριστικών υποδομών.
Περισσότερη τουριστική αξία στην περιφέρεια
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σημαντική διάσταση.
Η ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού μπορεί να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής οικονομικής δραστηριότητας σε μικρότερες πόλεις και χωριά.
Καταλύματα, εστιατόρια, τοπικά προϊόντα, οδηγοί βουνού, επιχειρήσεις υπαίθριων δραστηριοτήτων και μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις μπορούν να επωφεληθούν από μια πιο σταθερή ροή επισκεπτών.
Με αυτόν τον τρόπο, ο τουρισμός μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης, δημιουργώντας εισόδημα και θέσεις εργασίας σε περιοχές που βρίσκονται μακριά από τους παραδοσιακούς μαζικούς τουριστικούς προορισμούς.
Η πρόκληση είναι η ανάπτυξη αυτή να γίνει με τρόπο που δεν θα αλλοιώσει ακριβώς το στοιχείο που κάνει τους συγκεκριμένους τόπους ελκυστικούς: το φυσικό περιβάλλον και την αυθεντικότητά τους.
Η προστασία της φύσης γίνεται μέρος του ίδιου του τουριστικού προϊόντος
Όσο αυξάνεται η ζήτηση για δραστηριότητες σε ποτάμια, φαράγγια, δάση και ορεινές διαδρομές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ανάγκη σωστής διαχείρισης των προορισμών.
Η βιώσιμη ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού απαιτεί προστασία των οικοσυστημάτων, οργανωμένα και ασφαλή μονοπάτια, διαχείριση απορριμμάτων και υδάτινων πόρων, σεβασμό στη φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στην τουριστική ανάπτυξη.
Στους συγκεκριμένους προορισμούς, άλλωστε, η φύση δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό των διακοπών. Είναι το ίδιο το τουριστικό προϊόν.
Η προστασία της επομένως δεν είναι μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση. Αποτελεί προϋπόθεση για τη μακροχρόνια οικονομική βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και των κοινοτήτων που εξαρτώνται από αυτήν.
Μια διαφορετική ευκαιρία για τον ελληνικό τουρισμό
Η άνοδος του ενδιαφέροντος για τους ορεινούς προορισμούς δεν σημαίνει ότι το ελληνικό τουριστικό μοντέλο εγκαταλείπει τη θάλασσα.
Δείχνει όμως ότι μπορεί να γίνει πλουσιότερο, περισσότερο διαφοροποιημένο και λιγότερο εξαρτημένο από λίγους προορισμούς και μερικές εβδομάδες του καλοκαιριού.
Η Ήπειρος διαθέτει τα ποτάμια, τα φαράγγια και τα βουνά της. Το Πήλιο το μοναδικό πλεονέκτημα της άμεσης σύνδεσης βουνού και θάλασσας. Η Γορτυνία τη φύση, τα χωριά και την αυθεντικότητα της ορεινής Πελοποννήσου.
Το μεγάλο στοίχημα είναι αυτές οι διαφορετικές ταυτότητες να μετατραπούν σε μακροχρόνιο αναπτυξιακό πλεονέκτημα, χωρίς να χαθούν μέσα στην υπερβολική τουριστική εκμετάλλευση.
Για έναν πιο βιώσιμο ελληνικό τουρισμό, το ζητούμενο δεν είναι απλώς περισσότεροι επισκέπτες. Είναι περισσότεροι προορισμοί, μεγαλύτερη τουριστική περίοδος, ισχυρότερες τοπικές οικονομίες και εμπειρίες που διατηρούν ζωντανό τον τόπο που τις δημιουργεί.
Και σε αυτή τη νέα τουριστική γεωγραφία, το ελληνικό βουνό φαίνεται ότι έχει πλέον πολύ περισσότερα να προσφέρει — ακόμη και στην καρδιά του καλοκαιριού.

