Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνει τις διαπραγματευτικές της θέσεις για τις δύο μεγάλες διασκέψεις του ΟΗΕ στην Τουρκία και την Αρμενία. Στο επίκεντρο η συγκράτηση της υπερθέρμανσης, η μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα, η προστασία των οικοσυστημάτων και η αύξηση της χρηματοδότησης για τη φύση.
Σε μια κρίσιμη περίοδο για το μέλλον της παγκόσμιας περιβαλλοντικής πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να διαμορφώσει κοινό μέτωπο απέναντι στις δύο μεγάλες προκλήσεις της εποχής: την κλιματική αλλαγή και την απώλεια της βιοποικιλότητας.
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε δύο σειρές συμπερασμάτων, καθορίζοντας τις βασικές διαπραγματευτικές προτεραιότητες της ευρωπαϊκής πλευράς για την COP31 στην Αττάλεια της Τουρκίας και την COP17 για τη βιοποικιλότητα στο Γερεβάν της Αρμενίας.
Οι δύο διεθνείς διασκέψεις θα πραγματοποιηθούν μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2026, και αναμένεται να αποτελέσουν σημαντικά πεδία διαπραγματεύσεων για την εφαρμογή των παγκόσμιων περιβαλλοντικών συμφωνιών.
Το κεντρικό μήνυμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι η εποχή των γενικών δεσμεύσεων πρέπει να δώσει τη θέση της σε συγκεκριμένες πολιτικές και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η μετάβαση από τις υποσχέσεις στην εφαρμογή αποτελεί τον κοινό παρονομαστή της ευρωπαϊκής στρατηγικής για το κλίμα και τη φύση.
COP31: Η Ευρώπη αναγνωρίζει τον κίνδυνο υπέρβασης του 1,5°C
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ευρωπαϊκής θέσης αφορά τον στόχο περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη στον 1,5 βαθμό Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Οι υπουργοί της ΕΕ αναγνωρίζουν ότι η προσωρινή υπέρβαση αυτού του ορίου είναι πλέον πιθανή.
Ωστόσο, η αναγνώριση αυτή δεν σημαίνει εγκατάλειψη του στόχου της Συμφωνίας του Παρισιού.
Αντίθετα, η ευρωπαϊκή θέση υπογραμμίζει ότι κάθε επιπλέον κλάσμα βαθμού υπερθέρμανσης έχει σημασία και ότι πρέπει να αποφευχθεί η περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας.
Η προσέγγιση που περιγράφεται ως «overshoot–peak–decline» προβλέπει μια πιθανή προσωρινή υπέρβαση του ορίου, την κορύφωση της υπερθέρμανσης και στη συνέχεια τη σταδιακή μείωσή της.
Ο στόχος παραμένει η επιστροφή της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από τον 1,5°C έως το τέλος του αιώνα.
Η πορεία αυτή προϋποθέτει σημαντική επιτάχυνση της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Από τις εθνικές δεσμεύσεις στην πραγματική εφαρμογή
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει η COP31 να αποτελέσει σημείο καμπής στην εφαρμογή της Συμφωνίας του Παρισιού.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι εθνικά καθορισμένες συνεισφορές, γνωστές ως Nationally Determined Contributions (NDCs).
Πρόκειται για τα εθνικά σχέδια μέσω των οποίων οι χώρες παρουσιάζουν τις δεσμεύσεις τους για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Η ΕΕ ζητά ουσιαστική εφαρμογή των σχεδίων που έχουν ήδη υποβληθεί και άμεση κατάθεση όσων εξακολουθούν να εκκρεμούν.
Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αξιοποίηση των συμπερασμάτων του πρώτου Global Stocktake, της παγκόσμιας αποτίμησης της συλλογικής προόδου προς τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού.
Η διαδικασία αυτή αποτελεί βασικό εργαλείο για τον εντοπισμό των αποκλίσεων ανάμεσα στις διεθνείς δεσμεύσεις και στην πραγματική πορεία των εκπομπών.
Η μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει στο επίκεντρο
Η ευρωπαϊκή διαπραγματευτική θέση επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη επιτάχυνσης της μετάβασης μακριά από τα ορυκτά καύσιμα.
Η ενίσχυση της καθαρής ενέργειας και ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας αποτελούν βασικά στοιχεία αυτής της στρατηγικής.
Ο όρος clean electrification περιγράφει τη μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από καθαρές πηγές σε τομείς οι οποίοι σήμερα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ορυκτά καύσιμα.
Η προσέγγιση αυτή αφορά μεταξύ άλλων τις μεταφορές, τη θέρμανση και μέρος της βιομηχανικής παραγωγής.
Ο Ιρλανδός υπουργός Κλίματος, Ενέργειας και Περιβάλλοντος, Ντάρα Ο’Μπράιεν, υπογράμμισε ότι η COP31 πρέπει να μετατρέψει τις διεθνείς δεσμεύσεις σε απτά αποτελέσματα.
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή θέση, η επιτάχυνση της καθαρής ενεργειακής μετάβασης και η απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την επίτευξη των κλιματικών στόχων.
Κλιματική προσαρμογή και ανθεκτικότητα
Η ΕΕ δίνει παράλληλα ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάγκη προσαρμογής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Οι ακραίες θερμοκρασίες, οι πλημμύρες, οι ξηρασίες και οι καταστροφές σε φυσικά οικοσυστήματα δημιουργούν αυξανόμενους κινδύνους για τις κοινωνίες και τις οικονομίες.
Η ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας θεωρείται απαραίτητη για την προστασία των ανθρώπων, των υποδομών και της παραγωγικής δραστηριότητας.
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση αντιμετωπίζει τη μείωση των εκπομπών και την προσαρμογή ως δύο συμπληρωματικές διαστάσεις της κλιματικής πολιτικής.
Η πρώτη επιδιώκει τον περιορισμό της μελλοντικής υπερθέρμανσης, ενώ η δεύτερη στοχεύει στη μείωση των επιπτώσεων που ήδη εκδηλώνονται ή αναμένονται.
COP17: Προστασία τουλάχιστον 30% της γης και της θάλασσας έως το 2030
Στο μέτωπο της βιοποικιλότητας, η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζεται για την COP17 στο Γερεβάν, με βασικό στόχο την επιτάχυνση της εφαρμογής του Παγκόσμιου Πλαισίου για τη Βιοποικιλότητα.
Το πλαίσιο συμφωνήθηκε το 2022, κατά τη διάρκεια της COP15, και περιλαμβάνει σημαντικούς στόχους για την προστασία και αποκατάσταση της φύσης.
Ανάμεσα στους κεντρικούς στόχους βρίσκεται η αποτελεσματική διατήρηση και διαχείριση τουλάχιστον του 30% των χερσαίων και εσωτερικών υδάτινων περιοχών, καθώς και του 30% των θαλάσσιων και παράκτιων περιοχών, έως το 2030.
Ο στόχος αυτός είναι γνωστός διεθνώς ως «30×30».
Η εφαρμογή του προϋποθέτει προστασία οικοσυστημάτων, κατάλληλη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών και αποτελεσματική αντιμετώπιση των πιέσεων που οδηγούν στην απώλεια ειδών και οικοτόπων.
Η ΕΕ υποστηρίζει ότι οι ήδη συμφωνημένοι στόχοι πρέπει να υλοποιηθούν χωρίς υποχώρηση της διεθνούς φιλοδοξίας.
Η βιοποικιλότητα πρέπει να ενσωματωθεί σε όλες τις οικονομικές πολιτικές
Μια από τις σημαντικότερες προτεραιότητες της ευρωπαϊκής θέσης αφορά την ενσωμάτωση της προστασίας της φύσης στο σύνολο των δημόσιων πολιτικών.
Η προσέγγιση αυτή περιγράφεται ως biodiversity mainstreaming.
Στην πράξη σημαίνει ότι η βιοποικιλότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως αρμοδιότητα της περιβαλλοντικής πολιτικής.
Η προστασία των οικοσυστημάτων συνδέεται με τη γεωργία, τη διαχείριση των υδάτων, την ενέργεια, τις υποδομές, τις επενδύσεις και τον οικονομικό σχεδιασμό.
Η υποβάθμιση της φύσης μπορεί να επηρεάζει την παραγωγικότητα, την επισιτιστική ασφάλεια και την ανθεκτικότητα των οικονομιών.
Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ επιδιώκει η αξία του φυσικού κεφαλαίου να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη στις οικονομικές αποφάσεις.
Περισσότερη χρηματοδότηση για την προστασία της φύσης
Η υλοποίηση των διεθνών στόχων για τη βιοποικιλότητα απαιτεί σημαντικούς οικονομικούς πόρους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει την αύξηση τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής χρηματοδότησης για την προστασία και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων.
Στη συζήτηση περιλαμβάνονται και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα μπορούσαν να κατευθύνουν κεφάλαια σε δράσεις με θετικά αποτελέσματα για τη φύση.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται τα λεγόμενα nature credits, υπό την προϋπόθεση ότι βασίζονται σε υψηλά πρότυπα ακεραιότητας, αξιόπιστη παρακολούθηση και τεκμηριωμένα περιβαλλοντικά αποτελέσματα.
Η ανάπτυξη τέτοιων μηχανισμών συνοδεύεται από την ανάγκη διασφάλισης ότι η χρηματοδότηση οδηγεί σε πραγματική προστασία της βιοποικιλότητας και δεν περιορίζεται σε λογιστική αποτύπωση περιβαλλοντικών ωφελειών.
Ο Ιρλανδός υφυπουργός για τη Φύση, την Πολιτιστική Κληρονομιά και τη Βιοποικιλότητα, Κρίστοφερ Ο’Σάλιβαν, υπογράμμισε ότι η ΕΕ επιδιώκει να διατηρηθεί το επίπεδο φιλοδοξίας που έχει ήδη συμφωνηθεί διεθνώς.
Κλίμα και βιοποικιλότητα: Δύο κρίσεις που συνδέονται
Η παράλληλη προετοιμασία για την COP31 και την COP17 αναδεικνύει την αυξανόμενη σύνδεση ανάμεσα στην κλιματική αλλαγή και την απώλεια της βιοποικιλότητας.
Η αύξηση της θερμοκρασίας, οι μεταβολές των βροχοπτώσεων και τα ακραία καιρικά φαινόμενα επηρεάζουν τα φυσικά οικοσυστήματα.
Την ίδια στιγμή, η υποβάθμιση δασών, υγροτόπων και άλλων φυσικών περιοχών μπορεί να μειώσει την ικανότητά τους να αποθηκεύουν άνθρακα και να προστατεύουν τις κοινωνίες από κλιματικούς κινδύνους.
Η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων μπορεί επομένως να συμβάλει τόσο στην προστασία της φύσης όσο και στην κλιματική ανθεκτικότητα.
Ωστόσο, οι πολιτικές πρέπει να σχεδιάζονται με τρόπο που να αποφεύγει πιθανές συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών περιβαλλοντικών στόχων.
Η προστασία της βιοποικιλότητας και η μείωση των εκπομπών απαιτούν συντονισμένο σχεδιασμό και επιστημονική τεκμηρίωση.
Η σημασία της διεθνούς συνεργασίας
Το Συμβούλιο της ΕΕ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση ενός ισχυρού πολυμερούς συστήματος για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προκλήσεων.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή και η Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα.
Οι δύο διεθνείς συμβάσεις αποτελούν βασικούς μηχανισμούς συντονισμού της παγκόσμιας δράσης.
Σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, η ΕΕ επιδιώκει να διατηρηθεί η διεθνής συνεργασία και να προχωρήσει η εφαρμογή των συμφωνημένων στόχων.
Η ευρωπαϊκή θέση υπογραμμίζει ότι οι περιβαλλοντικές προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μόνο με εθνικές παρεμβάσεις.
Τι σημαίνουν οι αποφάσεις για την Ελλάδα
Οι διαπραγματεύσεις στις δύο διασκέψεις έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα.
Η χώρα διαθέτει σημαντικό φυσικό πλούτο, εκτεταμένες παράκτιες και θαλάσσιες περιοχές, δάση, υγροτόπους και οικοσυστήματα με υψηλή οικολογική αξία.
Παράλληλα, αντιμετωπίζει κινδύνους από ακραίες θερμοκρασίες, πυρκαγιές, πλημμύρες και πιέσεις στους υδάτινους πόρους.
Η εφαρμογή των ευρωπαϊκών και διεθνών στόχων μπορεί να επηρεάσει τον σχεδιασμό για τις προστατευόμενες περιοχές, τη διαχείριση των φυσικών πόρων και τις επενδύσεις στην κλιματική ανθεκτικότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν η προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, η αποκατάσταση υποβαθμισμένων περιοχών και η ενσωμάτωση της βιοποικιλότητας στον χωροταξικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Οι διεθνείς στόχοι, ωστόσο, δεν συνεπάγονται αυτομάτως νέες συγκεκριμένες υποχρεώσεις για κάθε ελληνική επιχείρηση ή περιοχή. Η πρακτική εφαρμογή τους εξαρτάται από το ισχύον ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό πλαίσιο.
Οι δύο μεγάλες διασκέψεις του φθινοπώρου
Η COP17 για τη βιοποικιλότητα προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στο Γερεβάν της Αρμενίας από τις 19 έως τις 30 Οκτωβρίου 2026.
Λίγες ημέρες αργότερα, η COP31 για την κλιματική αλλαγή θα διεξαχθεί στην Αττάλεια της Τουρκίας από τις 9 έως τις 20 Νοεμβρίου 2026.
Οι δύο διοργανώσεις αποτελούν σημαντικά ορόσημα για την αξιολόγηση της προόδου και την ενίσχυση της εφαρμογής των διεθνών περιβαλλοντικών συμφωνιών.
Η ευρωπαϊκή προετοιμασία περιλαμβάνει επίσης ξεχωριστά συμπεράσματα του Συμβουλίου για την κλιματική χρηματοδότηση, τα οποία εγκρίθηκαν στις 9 Οκτωβρίου και συμπληρώνουν τη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ για την COP31.
Από τις δεσμεύσεις στην πράξη: Το στοίχημα της Ευρώπης
Οι ευρωπαϊκές θέσεις για την COP31 και την COP17 αποτυπώνουν μια κοινή προτεραιότητα: την ανάγκη να επιταχυνθεί η εφαρμογή των περιβαλλοντικών στόχων που έχουν ήδη συμφωνηθεί.
Στην κλιματική πολιτική, η έμφαση δίνεται στη μείωση των εκπομπών, στην καθαρή ενέργεια και στην προσαρμογή στις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης.
Στη βιοποικιλότητα, προτεραιότητες αποτελούν η προστασία και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, η κινητοποίηση χρηματοδότησης και η ενσωμάτωση της φύσης στον οικονομικό σχεδιασμό.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η προστασία του κλίματος και της βιοποικιλότητας δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε διεθνείς δεσμεύσεις, αλλά απαιτεί συγκεκριμένες πολιτικές, επενδύσεις και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Οι δύο διασκέψεις του ΟΗΕ θα αποτελέσουν σημαντική δοκιμασία για τη δυνατότητα της διεθνούς κοινότητας να μετατρέψει τις συμφωνίες σε ουσιαστική δράση.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση είναι να συνδυάσει την περιβαλλοντική φιλοδοξία με την οικονομική ανθεκτικότητα, τη χρηματοδότηση και τη διεθνή συνεργασία.

