Ένα νέο μοντέλο πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και κοινωνικής φροντίδας επιχειρεί να δημιουργήσει η χώρα, απαντώντας σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που φέρνει η γήρανση του πληθυσμού. Το Εθνικό Πρότυπο Κέντρο για την Άνοια στο Περιστέρι φιλοδοξεί να αποτελέσει τον κεντρικό κόμβο ενός ευρύτερου δικτύου σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν αφορά μόνο την προστασία του περιβάλλοντος και την πράσινη μετάβαση. Αφορά εξίσου τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να προσφέρει στους πολίτες της υγεία, αξιοπρεπή γήρανση, κοινωνική προστασία και ισότιμη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες.
Σε αυτή τη διάσταση εντάσσεται η δημιουργία του νέου Εθνικού Πρότυπου Κέντρου για την Άνοια και τις συναφείς γνωστικές διαταραχές στο Περιστέρι, η σύμβαση για το οποίο παρουσιάστηκε και υπογράφηκε παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το Κέντρο σχεδιάζεται ως δομή εθνικής εμβέλειας, με στόχο όχι μόνο την παροχή υπηρεσιών στους ασθενείς, αλλά και τη μεταφορά γνώσης και καλών πρακτικών σε αντίστοιχες μονάδες σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην πλήρη ανάπτυξή του προβλέπεται να μπορεί να εξυπηρετεί δωρεάν έως 160 ωφελούμενους ημερησίως –ασθενείς και φροντιστές– και περίπου 5.000 ετησίως. Μεταξύ άλλων, θα παρέχει υπηρεσίες πρόληψης, διάγνωσης και συστηματικής παρακολούθησης, νοητικής ενδυνάμωσης, εργοθεραπείας και μουσικοθεραπείας, καθώς και συμβουλευτική υποστήριξη συγγενών και φροντιστών, ακόμη και μέσω τηλεϊατρικής.
Η άνοια ως πρόκληση βιώσιμης ανάπτυξης
Η δημογραφική γήρανση μεταβάλλει σταδιακά τις ανάγκες των σύγχρονων κοινωνιών και δημιουργεί νέες απαιτήσεις για τα συστήματα υγείας και κοινωνικής προστασίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αντιμετώπιση της άνοιας αποκτά ευρύτερη κοινωνική και αναπτυξιακή σημασία. Δεν αφορά αποκλειστικά τον ασθενή. Επηρεάζει την οικογένεια, τους φροντιστές, τις υπηρεσίες υγείας, την κοινωνική φροντίδα και, τελικά, τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να εξασφαλίζει ποιότητα ζωής σε όλες τις ηλικίες.
Ο πρωθυπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη διάσταση, σημειώνοντας ότι η νέα δομή αφορά τόσο τους ανθρώπους που νοσούν ή κινδυνεύουν να νοσήσουν όσο και τους συγγενείς και τους φροντιστές τους.
Η δημιουργία οργανωμένων υπηρεσιών υποστήριξης των φροντιστών αποτελεί κρίσιμο μέρος αυτής της προσέγγισης. Η φροντίδα ενός ανθρώπου με άνοια μπορεί να έχει σημαντικές ψυχολογικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις στην οικογένειά του και, συνεπώς, ένα βιώσιμο σύστημα υγείας οφείλει να αντιμετωπίζει τον ασθενή και το υποστηρικτικό του περιβάλλον ως ένα ενιαίο οικοσύστημα φροντίδας.
Πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση
Κεντρικός άξονας του σχεδιασμού είναι η μετάβαση από ένα μοντέλο που παρεμβαίνει κυρίως μετά την εκδήλωση της ασθένειας σε ένα σύστημα που επενδύει περισσότερο στην πρόληψη και στην έγκαιρη διάγνωση.
Όπως υπογράμμισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλαγές στη συμπεριφορά σήμερα μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα ζωής σε βάθος δεκαετιών.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με τη διεθνή συζήτηση γύρω από την υγιή γήρανση και την ανάγκη τα συστήματα υγείας να προσαρμοστούν εγκαίρως στις δημογραφικές μεταβολές.
Παράλληλα, η αξιοποίηση της τεχνολογίας και της τηλεϊατρικής μπορεί να διευρύνει την πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες, ιδιαίτερα για πολίτες που ζουν μακριά από μεγάλα αστικά κέντρα.
Ένα δίκτυο αντί για μία μεμονωμένη δομή
Το σημαντικότερο στοιχείο του σχεδιασμού είναι ότι η παρέμβαση δεν περιορίζεται στο Περιστέρι.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, προβλέπεται ευρύτερη ανάπτυξη δημόσιων μονάδων για ανθρώπους με άνοια στα Γιάννενα, στο Κιλκίς, στην Καστοριά, στη Λακωνία και στη Ροδόπη, καθώς και δεύτερη μονάδα στην Αθήνα.
«Σκοπός μας είναι να χτίσουμε ένα πλέγμα φροντίδας σε όλη την Ελλάδα, με κεντρικό πόλο το Περιστέρι», ανέφερε ο πρωθυπουργός.
Η γεωγραφική αποκέντρωση των υπηρεσιών αποτελεί καθοριστική παράμετρο κοινωνικής βιωσιμότητας, καθώς η ποιότητα της περίθαλψης δεν μπορεί να εξαρτάται από τον τόπο κατοικίας του πολίτη.
Σύνδεση με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης
Η πρωτοβουλία συνδέεται άμεσα με την κοινωνική διάσταση της Ατζέντας 2030 και ιδιαίτερα με τον Στόχο 3 – Καλή Υγεία και Ευημερία, καθώς επενδύει στην πρόληψη, στην πρόσβαση σε υπηρεσίες και στην καλύτερη ποιότητα ζωής.
Παράλληλα, η προσπάθεια περιορισμού των γεωγραφικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην πρόσβαση στη φροντίδα σχετίζεται με τον Στόχο 10 – Λιγότερες Ανισότητες, ενώ η συνεργασία κράτους, Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Εκκλησίας, κοινωφελών ιδρυμάτων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών παραπέμπει στον Στόχο 17 – Συνεργασία για τους Στόχους.
Η ίδια η επιλογή της δυτικής Αθήνας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν κατά την παρουσίαση, στην περιοχή καταγράφονται σημαντικές ανισότητες σε ζητήματα φροντίδας της άνοιας, με αποτέλεσμα η νέα δομή να επιχειρεί να καλύψει ταυτόχρονα ένα τοπικό και ένα εθνικό κενό.
Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας για το κοινό όφελος
Το έργο αποτελεί επίσης παράδειγμα συνεργασίας διαφορετικών κοινωνικών και οικονομικών φορέων.
Η δημιουργία του Κέντρου προχωρά μέσα από τη συνεργασία του κράτους με την Εθνική Τράπεζα και 12 κοινωφελή ιδρύματα που συμμετέχουν στην «Πρωτοβουλία ’21», μαζί με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την Εκκλησία.
Η χρηματοδότηση για την ανακαίνιση, τον εξοπλισμό και τα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας ανέρχεται σε 4,49 εκατ. ευρώ, μέσω δωρεάς των μελών της πρωτοβουλίας που συμμετέχουν στο εγχείρημα.
Το μοντέλο αυτό αναδεικνύει μια ακόμη πτυχή της βιώσιμης ανάπτυξης: τη δυνατότητα συνεργασίας δημόσιων θεσμών, επιχειρήσεων, ιδρυμάτων και κοινωνίας των πολιτών για την αντιμετώπιση σύνθετων κοινωνικών προβλημάτων.
Ορόσημο το 2027
Το Εθνικό Πρότυπο Κέντρο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία τον Σεπτέμβριο του 2027, μετά την ανακαίνιση των εγκαταστάσεων, την προμήθεια εξοπλισμού και την εκπαίδευση του προσωπικού. Θα ακολουθήσει πιλοτική περίοδος, με τον προγραμματισμό να προβλέπει μετάβαση σε κανονική λειτουργία την άνοιξη του 2028.
Πέρα όμως από το ίδιο το κτίριο, η μεγαλύτερη πρόκληση θα είναι η δημιουργία ενός πραγματικά λειτουργικού και προσβάσιμου δικτύου φροντίδας σε ολόκληρη τη χώρα.
Γιατί σε μια κοινωνία που γερνά, η βιώσιμη ανάπτυξη αποκτά και μία βαθιά ανθρώπινη διάσταση: να μπορεί κάθε πολίτης να μεγαλώνει με αξιοπρέπεια και κάθε οικογένεια να γνωρίζει ότι, όταν χρειαστεί βοήθεια, δεν θα είναι μόνη.

