Σε ένα πεδίο που μέχρι πρόσφατα παρέμενε εκτός συστηματικής διερεύνησης, η νέα έρευνα της UNICEF Ελλάδας και του American College of Greece (ALBA Research Center) επιχειρεί να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: σε ποιο βαθμό οι ελληνικές επιχειρήσεις κατανοούν και ενσωματώνουν τα δικαιώματα του παιδιού στη λειτουργία και τη στρατηγική τους.
Με συνδυασμό ποσοτικών και ποιοτικών μεθόδων –ερωτηματολόγια σε εργαζομένους και νέους, καθώς και ομάδες εστίασης με στελέχη επιχειρήσεων– η μελέτη αποτυπώνει μια εικόνα ανισομερούς ωριμότητας, αλλά και ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ διεθνών προτύπων και εφαρμογής στην πράξη.
Τρία «στρώματα» ωριμότητας
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι ελληνικές επιχειρήσεις διαχωρίζονται περίπου σε τρεις ισοδύναμες ομάδες:
εκείνες που έχουν προχωρήσει σε σαφή βήματα ενσωμάτωσης,
εκείνες που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο με αποσπασματικές πρωτοβουλίες,
και εκείνες όπου οι σχετικές πολιτικές απουσιάζουν πλήρως.
Ενδεικτικό είναι ότι μόλις το 35% των εργαζομένων δηλώνει ότι η εταιρία του διαθέτει επίσημη πολιτική για τα δικαιώματα του παιδιού, ενώ το 34% δεν γνωρίζει καν αν υπάρχει. Το στοιχείο αυτό αποκαλύπτει όχι μόνο έλλειμμα πολιτικών, αλλά και σοβαρό ζήτημα εσωτερικής επικοινωνίας και εταιρικής διακυβέρνησης.
Μια περιορισμένη αντίληψη των δικαιωμάτων
Το πιο ουσιαστικό εύρημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται τα δικαιώματα του παιδιού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η συζήτηση εξαντλείται στην παιδική εργασία, παραβλέποντας κρίσιμες πτυχές όπως:
ο αντίκτυπος των εργασιακών συνθηκών στους γονείς,
η ασφάλεια της εμπορικής και ψηφιακής επικοινωνίας προς παιδιά,
οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις,
οι ίσες ευκαιρίες και η ένταξη των νέων εργαζομένων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα εμφανές κενό μεταξύ θεωρίας και πράξης, παρά την ύπαρξη διεθνών πλαισίων και κατευθυντήριων αρχών.
Χαμηλή ευθυγράμμιση με τα διεθνή πρότυπα
Η έρευνα καταγράφει περιορισμένη εξοικείωση των επιχειρήσεων με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, τις Κατευθυντήριες Αρχές του ΟΗΕ για Επιχειρήσεις και Ανθρώπινα Δικαιώματα και τα Child Rights and Business Principles. Οι αναφορές σε αυτά τα εργαλεία είναι σπάνιες και συνήθως δεν μεταφράζονται σε συγκεκριμένες οργανωσιακές διαδικασίες.
Η εικόνα αυτή είναι εντονότερη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Το γεγονός ότι σχεδόν το 45% των εργαζομένων απασχολείται σε εταιρίες με αποκλειστική δραστηριότητα στην Ελλάδα περιορίζει περαιτέρω την έκθεση σε διεθνή standards και βέλτιστες πρακτικές.
Ακόμη και όπου υπάρχουν κώδικες και δεσμεύσεις, η εφαρμογή τους παραμένει ασθενής. Οι έλεγχοι στην εφοδιαστική αλυσίδα είναι περιορισμένοι, οι μηχανισμοί αναφοράς και αποκατάστασης υποτυπώδεις και η παρακολούθηση ελλιπής. Μόνο το 26% των εργαζομένων πιστεύει ότι οι εταιρίες ελέγχουν ουσιαστικά τους προμηθευτές τους, ενώ λιγότερο από 10% των νέων θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις διαφημίζονται με ασφαλή τρόπο ή στηρίζουν ουσιαστικά τις οικογένειες των εργαζομένων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η οπτική των νέων ηλικίας 13–25 ετών που συμμετείχαν στην έρευνα. Δύο στους τρεις θεωρούν ότι οι επιχειρήσεις δεν είναι ειλικρινείς ως προς τις κοινωνικές τους δεσμεύσεις, ενώ το 85% πιστεύει ότι δεν στηρίζουν επαρκώς δράσεις για παιδιά. Η δυσπιστία αυτή αποτελεί κρίσιμο δείκτη για το μέλλον, καθώς επηρεάζει τόσο τις επαγγελματικές επιλογές όσο και την καταναλωτική συμπεριφορά των επόμενων γενεών.
Παρά τα παραπάνω, η έρευνα εντοπίζει και θετικά παραδείγματα. Επιχειρήσεις που απευθύνονται άμεσα σε παιδιά ή οικογένειες εμφανίζουν υψηλότερες επιδόσεις σε θέματα διακυβέρνησης και πολιτικών για νέους εργαζομένους. Επιπλέον, όπου το νομικό πλαίσιο είναι σαφές –όπως στην προστασία εγκύων και νέων εργαζομένων– η συμμόρφωση είναι αισθητά καλύτερη.
Η μελέτη της UNICEF αναδεικνύει ότι τα δικαιώματα του παιδιού δεν αποτελούν απλώς κοινωνικό ζήτημα, αλλά δομικό στοιχείο της βιώσιμης ανάπτυξης και του ESG. Η ενσωμάτωσή τους συνδέεται άμεσα με τη φήμη, την ανθεκτικότητα, την προσέλκυση ταλέντου και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Στην εκδήλωση παρουσίασης των αποτελεσμάτων, εκπρόσωποι μεγάλων ελληνικών εταιριών υπογράμμισαν τη σημασία της ευθύνης. «Όσο μεγαλύτερος Όμιλος είσαι, τόσο περισσότερες ευθύνες έχεις», ανέφερε ο Αχιλλέας Ιωακειμίδης, Chief Sustainability Officer του PPC Group. Από τον τραπεζικό κλάδο, η Νάνσυ Ζαχαριάδου (Τράπεζα Πειραιώς) τόνισε ότι τα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζονται ως οι αυριανοί συνεχιστές της επιχειρηματικότητας. Η COSMOTE TELEKOM και ο OFET Group ανέδειξαν αντίστοιχα τον ρόλο της ψηφιακής πρόσβασης και της ισότιμης πρόσβασης στην υγεία.
Τα δικαιώματα του παιδιού αναδεικνύονται σε νέο, αλλά κρίσιμο πεδίο ESG, όπου η ελληνική αγορά έχει δρόμο να διανύσει. Η έρευνα δείχνει ότι η πρόοδος δεν θα έρθει μόνο μέσα από δηλώσεις ή αποσπασματικές δράσεις, αλλά μέσω συστηματικής ενσωμάτωσης στη στρατηγική, τη διακυβέρνηση και την εφοδιαστική αλυσίδα. Για τις επιχειρήσεις που θέλουν να παραμείνουν κοινωνικά αποδεκτές και βιώσιμες στο μέλλον, το ζήτημα αυτό παύει να είναι προαιρετικό.

