Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 13η θέση μεταξύ 177 χωρών στον Environmental Performance Index (EPI) 2026, έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς δείκτες αξιολόγησης της περιβαλλοντικής πολιτικής, που εκπονείται από τα Πανεπιστήμια Yale και Columbia. Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα μεταξύ των κορυφαίων διεθνώς, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί σε τομείς όπως η ενεργειακή μετάβαση και η περιβαλλοντική διακυβέρνηση.
Ωστόσο, η έκθεση υπογραμμίζει ότι, παρά τις επιμέρους επιτυχίες, η παγκόσμια κοινότητα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την επίτευξη του στόχου για μηδενικές καθαρές εκπομπές έως το 2050, καθώς οι περισσότερες χώρες δεν μειώνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου με τον απαιτούμενο ρυθμό.
Η θέση της Ελλάδας
Με συνολική βαθμολογία 66,03, η Ελλάδα ξεπερνά χώρες όπως η Ελβετία, η Ιαπωνία, η Ιταλία, το Βέλγιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς. Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται η Εσθονία, το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Φινλανδία και η Ολλανδία, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή πρωτοκαθεδρία των ευρωπαϊκών χωρών στις περιβαλλοντικές επιδόσεις.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ευρωπαϊκή υπεροχή οφείλεται κυρίως στις πολιτικές για τη μείωση των εκπομπών, την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη βελτίωση της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης.
Πιο εξελιγμένη μεθοδολογία αξιολόγησης
Ο Environmental Performance Index 2026 αξιολογεί τις χώρες μέσω 47 επιμέρους δεικτών, οι οποίοι καλύπτουν τρεις βασικούς άξονες:
- περιβαλλοντική υγεία,
- ζωτικότητα των οικοσυστημάτων,
- αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Η φετινή έκδοση ενσωματώνει σημαντικές τεχνολογικές καινοτομίες, καθώς περισσότερα από τα μισά κριτήρια βασίζονται πλέον σε τεχνητή νοημοσύνη και δορυφορικά δεδομένα, ενισχύοντας την ακρίβεια και τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων. Παράλληλα, εισάγεται για πρώτη φορά ειδικός δείκτης για την αξιολόγηση της κατάστασης των λιβαδιών, ενός οικοσυστήματος με ιδιαίτερη σημασία για τη βιοποικιλότητα.
Η παγκόσμια πρόοδος παραμένει ανεπαρκής
Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται σε αρκετές χώρες, η έκθεση επισημαίνει ότι η παγκόσμια πορεία απέναντι στην κλιματική αλλαγή παραμένει ανεπαρκής. Οι εκπομπές συνεχίζουν να αυξάνονται σε πολλές περιοχές του πλανήτη, ενώ οι περισσότερες οικονομίες δεν βρίσκονται σε τροχιά που να επιτρέπει τη συγκράτηση της υπερθέρμανσης κοντά στον στόχο αναφοράς του δείκτη.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες καταλαμβάνουν την 27η θέση, παρουσιάζοντας αδυναμίες κυρίως στους δείκτες που αφορούν τη βιοποικιλότητα και την κλιματική αλλαγή, ενώ η Κίνα βρίσκεται στην 129η θέση, καθώς η υψηλή εξάρτηση από τον άνθρακα εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά τις περιβαλλοντικές της επιδόσεις, παρά τις σημαντικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης βρίσκονται το Λάος, η Ινδία, το Μπαγκλαντές, το Μάλι και το Βιετνάμ, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές προκλήσεις στην ποιότητα του αέρα, στη διαχείριση των φυσικών πόρων και στην προστασία της βιοποικιλότητας.
Η σύνδεση με τη βιώσιμη ανάπτυξη
Τα αποτελέσματα του EPI 2026 επιβεβαιώνουν ότι η βιώσιμη ανάπτυξη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το επίπεδο οικονομικής ευημερίας μιας χώρας, αλλά κυρίως από την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών, τη θεσμική διακυβέρνηση και τη συνέπεια στην εφαρμογή περιβαλλοντικών μεταρρυθμίσεων. Η υψηλή θέση της Ελλάδας αναδεικνύει τη σημασία των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια, την προστασία των οικοσυστημάτων και την ενίσχυση της περιβαλλοντικής διαχείρισης, ενώ παράλληλα υπενθυμίζει ότι απαιτείται περαιτέρω επιτάχυνση των δράσεων για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας.
Η έκθεση συνδέεται άμεσα με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, ιδιαίτερα τον Στόχο 6 (Καθαρό Νερό και Αποχέτευση), τον Στόχο 7 (Καθαρή και Προσιτή Ενέργεια), τον Στόχο 11 (Βιώσιμες Πόλεις και Κοινότητες), τον Στόχο 13 (Δράση για το Κλίμα) και τους Στόχους 14 και 15, που αφορούν την προστασία της ζωής κάτω από το νερό και στη στεριά. Παρά την πρόοδο που καταγράφεται σε αρκετές χώρες, το βασικό μήνυμα του δείκτη παραμένει σαφές: η επίτευξη των παγκόσμιων κλιματικών στόχων απαιτεί ταχύτερη εφαρμογή πολιτικών, μεγαλύτερες επενδύσεις και ισχυρότερη διεθνή συνεργασία.

